γράφει ο Μιχάλης Ι. Μιχαηλίδης

Κορόνα: Από την αρχαία κορώνη (το πουλί «κουρούνα»). Στα λατινικά corona (στέμμα) και από τα ιταλικά επανήλθε στα νέα ελληνικά.

Κουρδίζω και κουρντίζω: Από τη χορδή της αρχαίας ελληνικής, στα λατινικά chorda, στα μεσαιωνικά ελληνικά ως κόρδα (χορδή).

Κρέμα: Από την ελληνική χρίσμα (χριώ) έγινε στη λατινική chrisma και από τη γαλλική crème, στην ιταλική crema-τώρα κρέμα

Κρετίνος: Από το αρχαίο χριώ (Χριστός κ.α.).

Μεσσίας=κεχρισμένος: Από το χριστιανός, έγινε στα λατινικά christiamus, στα γαλλικά chretien ή cretin (καθυστερημένοι που ζούσαν στις Άλπεις). Έγινε στα ιταλικά cretino.

Κροταλίας: Από το αρχαίο κρόταλον (κροτώ). Στα λατινικά crotalum, στα γαλλικά crotale και στα ελληνικά κροταλίας.

Λάβδανο: Από το αρχαίο λήδανον η λάδανον στα λατινικά landanum.

Λαζάνια: Προέρχεται από τα αρχαία λάσανα, στα λατινικά lasanum ή Lasania (τηγάνι), στα ιταλικά lasagna.

Λάμπα: Από την αρχαία λαμπάς-λαμπάδος του ρήματος λάμπω (πυρσός-δάδα), στα λατινικά lampas, γαλλικό lampe. Λέξη, χωρίς μεσολάβηση από τα αρχαία μας.

Λαμπίκος: Δάνειο από τα αρχαία ελληνικά άμβιξ, ή άμβυξ (κάδος ή σκέπαστρο λέβητο στους Άραβες al-ambig.

Στα ισπανικά alambico, στα γαλλικά alembic, στα ιταλικά lambico.

Λάστιχο: Από το αρχαίο ελληνικό ελαύνω, στο ελατός (σφυρηλατούμενο μέταλλο). Στα λατινικά elasticus, στα ιταλικά elastico (γαλλιστί elastique).

Λατέρνα: Αρχαίος λαμπτήρ, ιταλική laterna.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here