Κτυπούσαν με βία τους βράχους, τα κύματα στην ευλογημένη από τους θεούς αυτή ακτή: της Σικελίας.

Ο αγέρας λυσσομανούσε και έφερνε στο γέροντα που κοίτουνταν βαριά άρρωστος στο πολυτελές ανάκλιντρο ψιθύρους από την πατρική του γη, έφερνε τις μυρουδιές της Αττικής γης και μνήμες γεμάτες πάθος, αίμα και δόξα.

Ο Γέλας δεν ήταν οποιαδήποτε πόλη της Σικελίας, ήταν η πολιτεία του Ιέρωνος. Πριν από αυτόν είχαν έλθει σε αυτήν ο Πίνδαρος και ο Σιμωνίδης και άλλοι μεγάλοι καλλιτέχνες, φιλόσοφοι και ποιητές, όλο το άνθος του γένους των Ελλήνων, εκεί σε αυτή την πολιτεία, που κρατούσε με τρόπο αυστηρό και απόλυτο τα «δωρικά νόμιμα» από τότε που ο ιερέας των υποχθονίων θεών ο Τηλίκης τα είχε με το λόγο του, το σεβάσμιο, σε όλους επιβάλει.

Πάνω από τους βράχους, στην άκρη της στεριάς αγνάντευε τη θάλασσα ένας περίλαμπρος ναός με κατάλευκους πανύψηλους κίονες, αφιερωμένος στο γενάρχη της δωρικής φυλής, το θεό το μουσιγέτη, τον εκδικητή και φωτοδότη τον Απόλλωνα. Δίπλα ακριβώς από το ναό και η κατοικία του Νικομάχου, φίλου εκλεκτού του άρχοντα, στην οποία και βρισκότανε βαριά άρρωστος και ο εκλεκτός προσκεκλημένος.

Δίπλα από το ανάκλιντρο του γέροντα τον παραστέκανε οι πιο εκλεκτοί Ασκληπιάδες ολόκληρης της Σικελίας. Όμως όλα έδειχναν πως το κερί της ζωής του τέλειωνε και λίγες ώρες του απέμεναν μονάχα.

Ο γέροντας με το επιβλητικό παράστημα βρισκόταν στη Σικελία σωστά τρία χρόνια και ήταν η δεύτερη φορά που είχε πάει στη μακρινή αυτή γη για να διδάξει την τέχνη του.

Να δώσει τα φώτα τα ξεχωριστά του πνεύματός του στην άλλη Ελλάδα, στη Μεγάλη Ελλάδα. Είχε φύγει από την Αθήνα βαθιά πικραμένος μετά την απόφαση, που είχαν κατορθώσει οι οχλαγωγοί, να περιορίσουν ή μάλλον να εξαφανίσουν την ισχύ του Αρείου Πάγου, τη δύναμη των Αρίστων, των αρχοντογεννημένων, των θεογέννητων πολεμιστών της Αττικής γης. Ο λαός είχε πέσει πια στα χέρια των δημαγωγών και λίγο πριν αποφασίσει το μακρινό ταξίδι του, τον είχανε παραπέμψει και να δικαστεί για ασέβεια τάχα. Κάποιος που τον έλεγαν Κλίμεντα, τον κατηγόρησε ότι είχε αποκαλύψει μυστικά από τα Ελευσίνια μυστήρια. Εκεί μπροστά στους δικαστές ο γέροντας είχε γυμνώσει το κορμί του και είχαν φανεί τα δεκάδες τραύματά του και οι ουλές από το Μαραθώνα, τη Σαλαμίνα, το Αρτεμίσιο, τις Πλαταιές και τότε οι δικαστές σιώπησαν, σιώπησε και το κατηγορητήριο και όλα τελειώσανε εκεί, πριν καλά-καλά αρχίσουν.

Περίλυποι γύρω από το γέροντα παράστεκαν οι άνθρωποι του άρχοντα. Κάποια στιγμή τον είδαν να σαλεύει. Άνοιξε τα μάτια του και τους κοίταξε έντονα. «Τι θέλεις γέροντα στις προσταγές σου» του είπε ένας απ’ αυτούς. «Φέρτε μου οίνο» τους απεκρίθη και αφού ήπιε μέχρι την τελευταία σταγόνα το γλυκόμαυρο κρασί της Σικελίας, έγειρε στο πλάι και άρχισε να παραμιλά: «Είπαν πως έφυγε από την Αθήνα γιατί τάχατες κάποιος άλλος μου έκλεψε τη δόξα την ποιητική, μα εγώ δεν τη λογαριάζω την ευλογία του Διοσύνου, που πλούσια την είχα στο πλευρό μου σε όλο μου το βίο και η δόξα μου η ποιητική θα μείνει, στους αιώνες των αιώνων, μα αυτό δεν ήταν τίποτε μπροστά σε όσα μου χάρισαν, μπροστά σε όσα με ευλόγησαν οι Θεοί. Ναι, είμαι εγώ αυτός, ευπατρίδης από τη γη της Ελευσίνας, που πρώτος φανέρωσε στους ανθρώπους το λόγο του Προμηθέα. Ναι, είμαι εγώ αυτός που ύμνησα όσο κανείς άλλος τη δόξα των Ελλήνων. Ναι, είμαι εγώ αυτός που ανίχνευσα με την Ορέστεια τα πιο βαθιά τα μυστικά της ανθρώπινης ψυχής και της σκληρής της μοίρας του γένους των θνητών. Όμως αυτά δεν είναι τίποτε… Αυτά είναι ασήμαντα μπροστά στην άλλη δόξα τη μοναδική την απαράμιλλη, την αιώνια».

Έγειρε στο πλάι ο γέροντας και βυθίστηκε πάλι και ο αγέρας εξακολουθούσε να λυσσομανάει και όλη η ζωή του πέρασε από μπροστά του στην μια από τις τραγωδίες του, που τόσο τον είχανε δοξάσει. Τραγωδία όμως αληθινή με τον Θεμιστοκλή, τον Αριστείδη, τον Δίκαιο, τον Μιλτιάδη και τόσους άλλους. Πέρασε από το νου του σαν οπτασία η μορφή του αδελφού του, του αγαπημένου του Κυνέγειρου, με το αίμα του να χύνεται στάλα-στάλα στην ακτή του Μαραθώνα, όταν πολεμικής αρετής αριστέας αναδείχθηκε ανάμεσα σε όλους τους Αθηναίους.

Θυμήθηκε τους ατέλειωτους περιπάτους και τους βαθύς στοχασμούς δίπλα από τον Ιλισό στην ακτή της Ελευσίνας κοντά στα ιερά των ιερών.

Η παλαίστρα, τα συμπόσια, οι αγώνες στην Ολυμπία και η αγορά. Τόσες ατέλειωτες στιγμές, αιώνιες ξεχωριστές. Όπως εκείνη τη βραδιά όταν «νυξ εχώρει», όπου ο αμέτρητος ο στόλος του Ξέρξη εκαρτερούσε τη στιγμή να προσπαθήσουν οι Έλληνες να φύγουν. Και τότε, με το πρώτο φως της ημέρας ακούστηκαν από χιλιάδες στόματα τα λόγια!

«Ω παίδες Ελλήνων, ιτε, ελευθερούτε πατρίδ, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώνων έδη, θήκας τε προγόνων νυν υπέρ πάντων αγών».

Ο γέροντας δεν ήταν απ’ αυτούς που ακούσανε για όλα αυτά από το στόμα κάποιου άλλου. Ήταν εκεί πρώτος στους πρώτους και απέναντί του τα πλοία των Φοινίκων, που γνωρίσανε καλά τις αιχμές από τα δόρατα των Αθηναίων και την κόψη των σπαθιών, που κρατούσαν τα παιδιά της γης του Κάδμου.

«Διδάσκαλε, έχεις καμιά επιθυμία; Ο άρχοντας Ιέρωνας μας διέταξε να είμαστε για ό,τι θελήσεις στις προσταγές σου». Ο γέροντας τους κοίταξε και με σαρκασμό τους ψιθύρισε: «Τις επιθυμίες που έχω δεν μπορεί να μου τις ικανοποιήσει κανένας θνητός πάνω σ’ αυτόν τον κόσμο πλέον».

Το σκοτάδι είχε αρχίσει να πέφτει πάνω στην Ελληνική πόλη της Σικελίας και σε ολόκληρη τη Γέλα είχε απλωθεί η φήμη πως τελειώνανε οι μέρες του μεγάλου ποιητή. Κόντευε να ξημερώσει όταν ξαφνικά ο γέροντας σάλεψε και τέντωσε το χέρι του δείχνοντας προς τη μία πλευρά του δωματίου. Άνοιξε τα χείλη του και ψιθύρισε: «Ναι ήμουν ποιητής μεγάλος, όμως αυτό δεν ήταν τίποτε. Αυτό να βάλετε πάνω από την τάφο μου».

Όλοι γυρίσανε και κοίταξαν εκεί που έδειχνε. Εκεί πάνω σε μια μαρμάρινη πλάκα είδαν μια επιγραφή που έλεγε: «Τον Αισχύλο, το γιο Ευφορίωνος, που απέθανε εδώ, το μνήμα αυτό, της γης της Γέλας, για πολεμικής, τον κλείνει. Για την πολεμική του αρετή και την αλκή του, το άλσος του Μαραθώνα θε να σου μιλήσει, καθώς και ο Μήδος με τη βαθιά τη χαίτη, όπου καλά την γνώρισε». «Αυτό να είναι το τελευταίο μου ποίημα», ψιθύρισε ο γέροντας και σφάλισε και τα μάτια του για πάντα, καθώς την ώρα εκείνη του ήλιου οι ακτίνες χαιρετούσαν τους κατάλευκους κίονες του ναού του Απόλλωνος στη Γέλα της Σικελίας, το πρώτο έτος της 81ης Ολυμπιάδος».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here