Η ησυχία σιγοτραγουδά… την ακούω. Και ολοένα δυναμώνει το τραγούδι και σπάζει τους τοίχους της σιωπής. Του κόσμου όλου… της φύσης… των χαμένων ονείρων… της ίδιας της ζωής.

Βήματα ακούγονται πάνω στα ξερά φύλλα του μονοπατιού και κάνουν τόσο θόρυβο, που η ησυχία αναγκάζεται να πάψει το τραγούδι της.

Και τα βήματα σιγά-σιγά σβήνουν όσο τελειώνει το μονοπάτι κι εκείνη αρχίζει σιγανό μουρμουρητό.

Χωρίς ρυθμό, χωρίς ομοιοκαταληξίες…

Χωρίς νόημα…

Δίχως ανάσες…

Κάτσε σε μια μεριά και μην κάνεις φασαρία. Στάσου για λίγο ήσυχος… άνθρωπε… δώσε χρόνο στο χρόνο σου. Δώσε αγάπη στον εαυτό σου.

Μείνε μισή ώρα ακίνητος και μην κάνεις απολύτως τίποτα. Κλείσε τα μάτια σου και άκου την ησυχία της ζωής σου. Τραγούδα μαζί της, χωρίς νόημα, χωρίς ομοιοκαταληξίες…

Χάρισε αυτό το πολύτιμο δώρο σ’ εσένα τον ίδιο… άνθρωπε…

Δώρισε στην ψυχή σου ότι έχει ανάγκη. Κοίταξε λιγάκι, για ένα λεπτό μόνο, γύρω σου και αναρωτήσου. Τόσος σαματάς…

Την ειρήνη θα τη βρεις μέσα σου. Ψάξε, ρώτα, μάθε… μα θα τη βρεις. Είναι εκεί και σε περιμένει. Σε κοιτάζει από μακριά, από την πόρτα του σπιτιού σου, ανάμεσα στα χαμένα βλέμματα. Μην την προσπερνάς. Πλησίασέ την και τράβα την κοντά σου. Η ησυχία και η ειρήνη, είναι αδερφές. Δεν έχουν την ίδια μάνα, μα είναι αδερφές. Κάποιες φορές το ξένο αίμα, μας δένει περισσότερο. Είναι στιγμές, που το αίμα στις φλέβες δεν έχει χρώμα.

Η ησυχία σιγοτραγουδά. Η ειρήνη ακούει. Η ζωή περιμένει. Η ψυχή αγωνιά. Κι εσύ… άνθρωπε… είσαι δότης και δέκτης όλων αυτών. Απλά μια μέρα που θα μπορέσεις να κοιτάξεις λίγο πιο μπροστά, θα γίνεις φίλος με τις δύο αδερφές.

Θα σιγοτραγουδάς μαζί τους, θα περπατάς κι εσύ σε μονοπάτια σπαρμένα από ξερά φύλλα.

Θα σπάζεις κι εσύ τους τοίχους της σιωπής. Της δική σου… της φύσης… των ονείρων που ποτέ σου δεν τόλμησες να δεις… της ίδιας σου της ζωής, που μέχρι τώρα μπορεί και να μην ήτανε δική σου, αλλά που εσύ νόμιζες πως την όριζες…

Άνθρωπε… ψάξε για τη δική σου ειρήνη…

 

Θεοπίστη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here