Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Την αμαρτία της μάνας μου την έμαθα, όταν έγινα δεκαοχτώ χρονών.

Ήταν μια ιστορία, που είχε γίνει όταν ήμουν ένα μισή χρονών, όταν οι γονείς μου

τσάπιζαν τα καπνά και εμένα με είχαν φασκιωμένο κάτω από μια πρόχειρη τέντα, μια ξαδέρφη μου, η Αριστούλα της θείας Μαριόγκας, με πήρε όπως ήμουν φασκιωμένος και με πήγε στην κοντινή βρύση, να μου δώσει λίγο νερό, κρυφά από τους δικούς μου. Κανείς δεν την πρόσεξε, ότι είχε το μωρό στην αγκαλιά της και με πήγε στη βρύση. Εκεί προσπάθησε να γυρίσει το κεφάλι μου προς το νερό που έτρεχε και της γλιστράω και πέφτω μέσα στη γούρνα. Προσπάθησε να με ψαρέψει και πανικόβλητη άρχισε να τσιρίζει. Στις φωνές της έτρεξε ο μεγάλος μου αδερφός ο Στέργιος, νομίζοντας ότι κάτι έπαθε η ίδια, αλλά τρόμαξε όταν συνειδητοποίησε, ότι μέσα στο νερό ήταν το μωρό.

Με άρπαξε από τα φασκιά, με έβγαλε έξω και εγώ ίσα, ίσα που πρόλαβα να πάρω ανάσα, αλλά είχα μελανιάσει και από κείνη τη στιγμή, μέχρι να γίνω δεκαοχτώ χρονών, η μάνα μου κάθε μέρα περίμενε να πεθάνω.

Διότι στα αφτιά μου είχε πάει νερό, επειδή ακόμη δεν είχαν κερί για να στεγανοποιήσει τα τύμπανα και έτσι οι γιατροί στην Προσοτσάνη, είπαν στην μάνα μου, το παιδί δεν πρόκειται να ζήσει.

Για τρείς μήνες έκλαιγα σπαραχτικά από τους πόνους στο κεφάλι μου.

Η κακομοίρα  η μάνα μου προσπάθησε με ζεστό νερό και με οξυζενέ να καταπραΰνει τους πόνους μου. Του κάκου.

Το κακό όσο πήγαινε και χειροτέρευε.

Νύχτες ολόκληρες κανείς δεν έκλεινε μάτι στο σπίτι.

Και η γιαγιά μου, το είχε πάρει απόφαση, ότι δεν επρόκειτο να ζήσω, μέχρι που είπε στη μάνα μου να με αφήσει έξω να πεθάνω, αφού οι γιατροί είπαν, ότι δεν πρόκειται να ζήσω και να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα, αντί να βασανίζομαι τόσο.

Η μάνα μου όμως δεν το έβαζε κάτω και όλη μέρα στην αγκαλιά της να κλαίω του σκασμού.

Και τα άλλα μου  αδέρφια, συμφώνησαν και εκείνα, ότι αφού δεν υπάρχει γιατρειά να με άφηναν να πεθάνω.

Η μάνα μου έταξε ένα μοσχάρι στον Αη-Γιώργη, αλλά διαφορά δεν είδε.

Ενώ είχα γεννηθεί το πιο εύρωστο παιδί της μάνας μου, κατέληξα πετσί και κόκαλο σε τρείς μήνες.

Ούτε σταλιά νερό δεν έπινα, ούτε το δικό της γάλα, ούτε και άλλου είδους τροφή.

Και τώρα η εξομολόγηση της μάνας μου, για την αμαρτία της, που μου την είπε όταν έγινα δεκαοχτώ χρονών.

Θυμάμαι είχε πέσει στα γόνατα μπροστά μου και με εκλιπαρούσε να την συγχωρέσω για την αμαρτία της, χωρίς να ξέρω για πια αμαρτία μου μιλούσε και έκλαιγε  σαν μικρό παιδί με αναφιλητά.

Μου είπε, ότι αφού είχαν απελπιστεί με την κατάστασή μου, αποφάσισαν όλοι στην  οικογένεια, να με άφηνε έξω για να πεθάνω, αλλά η καρδιά της δεν το έλεγε να κάνει μια τέτοια αμαρτία, και κάθε μέρα και το ανέβαλε το εγχείρημα.

Με βάφτισαν στα γρήγορα, να μη πάω αβάφτιστος και μια νύχτα του Νοέμβρη, έκανε τρομερή παγωνιά, με πήρε από την πρόχειρη κούνια μου, κατακόκκινο από το κλάμα και με πήγε κοντά στο αποχωρητήριο, που είχαμε στην αυλή και με απόθεσε κάτω από την συκιά μας.

Ζήτησα συγχώρεση από τον Θεό για την πράξη μου και του είπα, πάρτο, αφού τόσο πολύ το θέλεις πεθαμένο.

Τι φταίει το κακομοίρικο να έχει ένα τέτοιο τέλος, τιμώρησε εμένα και άφησε το παιδί να χαρεί τη ζωή του.

Εκείνη τη νύχτα δεν έκλεισα μάτι, έκλαιγα και αφουγκραζόμουν το κλάμα σου.

Κατά το πρωί, σταμάτησες να κλαίς και εκείνη τη στιγμή ήρθε η μάνα μου και μου είπε, πάει το παιδί πέθανε, δεν ακούγεται, σήκω να ετοιμαστούμε για την κηδεία.

Πεθαμένη από την αγωνία μου, που θα σε αντίκριζα πεθαμένο, με το ζόρι πήγαιναν τα πόδια μου κοντά σου και η καρδιά μου χτυπούσε και με βουρκωμένα μάτια δεν ήθελα να αντικρίσω το προσωπάκι σου.

Όταν πλησίασα και είδα τα ματάκια σου ανοιχτά, με έπιασε κάτι σαν τρέλα, σε άρπαξα, σε πήρα αγκαλιά και έτρεξα στην εκκλησία και ο κόσμος γύρο μου έλεγαν, η κακομοίρα η Μαριάνθη πάει το νεκρό παιδί της στην εκκλησία.

Η εκκλησία ήταν κλειστή, γύρισα στο σπίτι και με τον μπαμπά σε πήγαμε στο γιατρό στην Προσοτσάνη, στον Καμάκα.

Αφού σε εξέτασε ο γιατρός, έβγαλε από τα αφτάκια σου, δύο κομματάκια πάγο και είπε, Μαριάνθη έγινε ένα θαύμα, το νερό μέσα στα αφτιά του, αυτό που βασάνιζε το παιδί κρυσταλοποιήθηκε και γι’ αυτό δεν κλαίει το παιδί.

Γιατρέ θα ζήσει το παιδί μου; τον ρώτησα.

Ναι, μου είπε, όλες οι ενδείξεις με πείθουν, ότι το νερό μέσα στα αφτιά του παιδιού, το έβγαλα υπό μορφή πάγου, άρα δεν υπάρχει κίνδυνος υποτροπής, μόνο που το δεξί τύμπανο, είναι χαλασμένο, ενώ το αριστερό φαίνεται καλλίτερο. Το παιδί έχει πολύ γερό οργανισμό και θα το ξεπεράσει. Από τώρα και για πολλά χρόνια θα χρειαστεί να γίνεις νοσοκόμα του παιδιού και να του κάνεις πλύση με οξυζενέ, μέχρι να αρχίσει να δημιουργεί ο οργανισμός του δικό του κερί. Έσκυψα την πήρα αγκαλιά και την φίλησα και της είπα, σε ευχαριστώ για όλα είσαι η καλλίτερη μαμά του κόσμου και η πιο γενναία.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here