Πρόκειται για Αποκριάτικο δρώμενο με έντονες Διονυσιακές καταβολές, κατά την τέλεση του οποίου οι κάτοικοι επιζητούσαν την ευγονία της γης, από την οποία ήταν ολότελα εξαρτημένοι, καθότι η κύρια ασχολία τους ήταν η γεωργία.  Το έθιμο «κατάγεται» από το χωριό Κρυόνερο, ένα μικρό χωριό στην επαρχία της Βιζύης της Ανατολικής Θράκης απ’ όπου οι Θρακιώτες πρόσφυγες μαζί με τα λιγοστά υπάρχοντά τους, τον πόνο του ξεριζωμού απ’ τις εστίες τους και την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής, έφεραν τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις τους.

Το πρωί της Δευτέρας στο Καλαμπάκι, συγκεντρώνονταν 20 έως 30 παλικάρια που εκείνο τον καιρό ήταν ανύπαντρα και διάλεγαν μεταξύ τους έναν ο οποίος θα ήταν ο «καλόγερος». Στη συνέχεια τον έντυναν με δέρματα ζώων (προβιές} και στη μέση του είχε περασμένα κουδούνια προβάτων. Το πρόσωπό του το έβαφε με στάχτη και στο κεφάλι φορούσε μια κουκούλα από δέρμα ζώου. Στα χέρια του κρατούσε δύο ξύλα, τα ντουκμάκια, απαραίτητα για τη « δράση» του καλόγερου! Οι συνοδοί του ήταν ντυμένοι με τα ποτούρια, Θρακιώτικη ενδυμασία του Κρυονερίου. Στην παρέα υπήρχε πάντα και ένας μεταμφιεσμένος σε τσιγγάνα. Εκάστοτε, τη συντροφιά συνοδεύει και μία ξύλινη καμήλα.

Η εύθυμη συντροφιά δημιουργώντας πολύ θόρυβο, περιφέρονταν σε όλα τα σπίτια του χωριού με τη συνοδεία μιας γκάιντας. Όταν έμπαιναν στην αυλή του σπιτιού, προκειμένου να δημιουργήσουν περισσότερη φασαρία και να γίνει η παρουσία τους αντιληπτή, χτυπούσαν το κάρο που βρισκόταν εκεί με ξύλα που έφεραν στα χέρια τους.

Όταν έβγαινε ο νοικοκύρης του σπιτιού έξω του έλεγαν πως το κάρο του θέλει διόρθωμα και τον «απειλούσαν» πως για να μην του προξενήσουν μεγαλύτερη ζημιά, έπρεπε να τους πληρώσει ακριβά! Συγχρόνως, τον έσπρωχναν και τον περιέπαιζαν, προκειμένου να τους δώσει μεγαλύτερο «μπαξίσι». Οι νοικοκυραίοι τους έδιναν, συνήθως, χρήματα και αυγά. Παράλληλα, κερνούσαν τον καλόγερο και τη συντροφιά του διάφορους μεζέδες με τσίπουρο ή ούζο.

Αφού περνούσαν απ’ όλα τα σπίτια του χωριού, το απόγευμα κατέληγαν στην πλατεία, όπου συγκεντρωνόταν όλοι οι κάτοικοι  προκειμένου να κάνουν το έθιμο της σποράς. Εκεί η συντροφιά του καλόγερου επέλεγε έναν κάτοικο του χωριού, τον καλύτερο νοικοκύρη, και τον έχριζε βασιλιά. Ταυτόχρονα, κατέφθανε ένα ξύλινο άροτρο στο οποίο οι μεταμφιεσμένοι έπαιρναν τη θέση των βοδιών και ο βασιλιάς κρατώντας το αλέτρι κι ένα ξύλινο κοντάρι τους κέντριζε για να «οργώσουν» τη γη. Μ’ αυτό τον τρόπο έσερναν το αλέτρι στην πλατεία, κάνοντας τρεις περιφορές.

Μετά το εικονικό όργωμα, ο βασιλιάς έπαιρνε έναν τενεκέ με σιτάρι και καλαμπόκι που είχε αναμειχθεί με στάχτη κι έσπερνε το υποτιθέμενο οργωμένο χωράφι -πετώντας και στους παρευρισκόμενους- ενώ όσοι  παρακολουθούσαν, έχοντας τα χέρια λερωμένα από τις μουτζούρες της σόμπας, λερωνόταν μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια της σποράς ο βασιλιάς  φώναζε διάφορες τιμές για τα βασικά αγροτικά προϊόντα. Αμέσως μετά τη σπορά, έπαιρνε έναν τενεκέ με νερό για ποτίσει το ξερό χωράφι. Τότε και μόνον τότε, οι κάτοικοι που παρακολουθούσαν είχαν το δικαίωμα να βρέξουν το βασιλιά και τον καλόγερο με κουβάδες νερό που εμφανίζονταν από το πουθενά μες το πλήθος.

Οι βρεγμένοι είχαν, αυτοδίκαια, το δικαίωμα να κυνηγήσουν και να χτυπήσουν με τις βέργες που κρατούσαν αυτούς που τους κατέβρεξαν. Το δρώμενο τελείωνε με πειράγματα, κέφι και χορό.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here