Όλα ήταν κανονισμένα και μιλημένα, φτάνει ο Θανάσης να έδινε το σήμα, ότι θα την περιμένει στο ξερό ρέμα και από κεί θα πήγαιναν στην Προσοτσάνη και έτσι θα έμπαινε ένα τέλος στο παράνομο ειδύλλιο του Θανάση και της Τασίας.

Οι ερωτευμένοι κατέληξαν σ’ αυτή τη λύση, επειδή οι γονείς της Τασίας δεν ήθελαν γαμπρό τον Θανάση και ήθελαν να παντρέψουν την κόρη τους με κάποιο άλλο παλικάρι από το χωριό. Και ο Θανάσης, εδώ που τα λέμε δεν έχαιρε καλής φήμης στο χωριό, διότι όπου καυγάς εκεί και ο Θανάσης, και μάλιστα τελευταία είχε ακουστεί, ότι ήταν μπερδεμένος με κάτι χασίσια και η αστυνομία τον έψαχνε για να διαλευκάνει μια περίπτωση. Αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε, να κλέψει την Τασία και να σκάσει τους δικούς  της, που βάλθηκαν να τον ξευτελίσουν, ότι είναι ανεπρόκοπος και τεμπέλης. Η αλήθεια είναι, ότι πριν από αυτήν την Τασία, προσπάθησε να τα ρίξει στην Τα-σία  της μαμής, αλλά έφαγε την χυλόπιτα και δεν μπορούσε να το χωνέψει, μετά για να την εκδικηθεί, τα έφτιαξε με την Τασία του Βουρνά. Βέβαια η Τασία της μαμής, δεν είπε όχι, αλλά όσο να πεις φοβόταν την μάνα της και του είπε, ότι θα το σκεφτεί. Έτσι τα έριξε στην Τασία του Βουρνά και τσίμπησε το ψάρι, αλλά η πραγματική αγάπη ήταν η άλλη Τασία. Αλλά όπως είπαμε, ούτε της μιας  οι γονείς, ούτε της άλλης δεν τον ήθελαν  για γαμπρό, αν και τα κορίτσια τρελαίνονταν γι’ αυτόν τον μπερμπάντη. Είχανε κανονίσει στα κρυφά, μια από αυτές τις μέρες θα της έστελνε χαμπάρι να μαζέψει τον μπόγο της και θα την απαγάγει και θα πάνε στην αστυνομία της Προσοτσάνης να πούνε ότι κλέφτηκαν, με την θέλησή της και ότι είναι ενήλικες και τα τέτοια. Πράγματι μια μέρα ημέρα Κυριακή, κατά το απογευματάκι, ο κάμπος ήταν έρημος και ο Θανάσης με τον Γιάγκο κάπνιζαν το στριφτό με λίγη μαύρη.

– Λέει ο Θανάσης του Γιάγκου, μόλις τελειώσεις το τσιγάρο σου, πάρε αυτό το σημείωμα και τράβα στο σπίτι της Τασίας και με τρόπο προσπάθησε να της το δώσεις στο χέρι και πέσ’ της, ότι την περιμένω στο ξερό ρέμα.

Ο Γιάγκος με το σημείωμα στο χέρι, μόλις απομακρύνθηκε λίγο θυμήθηκε, ότι έπρεπε να τον ρωτήσει, για ποια Τασία.

Είχε ακούσει από τον Θανάση για την Τασία της μαμής, που του μίλαγε πολλές φορές και έτσι χωρίς να γυρίσει και να τον ρωτήσει πήγε στο σπίτι της μαμής και βρήκε την Τασία να σκουπίζει την αυλή.

Της έδωσε το σημείωμα και περίμενε την απάντησή της.

– Του είπε η Τασία να περιμένει λίγο και θα πήγαινε μόνη της να τον βρει.

Έφυγε ο Γιάγκος με καθαρή την συνείδησή του, ότι τελείωσε η αποστολή του και πήγε στου Γιανώβ να βρει την παρέα του.

Περίμενε κάπου δύο ώρες ο Θανάσης στο ξερό ρέμα και όταν είδε ότι δεν έρχεται η Τασία, αποφάσισε να γυρίσει πίσω.

Μόλις έφτασε μπροστά στου Γιακώβ είδε την Τασία του Βουρνά να του λέει πήρα το σημείωμά σου, αλλά δεν κατάλαβα, τι να κάνω και ερχόμουν να σου μιλήσω.

Το μυαλό του Θανάση φράκαρε. Δεν μπορούσε να καταλάβει, τι έπρεπε να κάνει, να προτιμήσει αυτήν την Τασία, από την άλλη; Ή να της πει την αλήθεια να πάει σπίτι της και κάτι έγινε λάθος.

Της μίλησε στα ίσια, ότι είναι αποφασισμένος να τη κλέψει, απόψε κιόλας και άμα δέχεται να πάρει λίγα πρόχειρα ρούχα και να φύγουν για την Προσοτσάνη. Πράγματι γύρισε πίσω η Τασία και σε λίγο βγήκε με ένα μπόγο κάτω από τις μασχάλες της και του είπε πάμε.

Την είδε όμως ο Βασίλης ο Τσεπενέκης και είπε στην Τασία της μαμής, που την είδε στην πόρτα της με ένα μπόγο κάτω από τις μασχάλες της, ότι είδε  την Τασία του Βουρνά  να φεύγουν μαζί με τον Θανάση κατά την Προσοτσάνη.

Η Τασία της μαμής, έβαλε στο μυαλό της κάποια παρεξήγηση και κίνησε και αυτή κατά την Προσοτσάνη.

Είχε βραδιάσει για τα καλά και το τρίγωνο των απαγωγέων έφτασε ταυτοχρόνως στο αστυνομικό τμήμα της Προσοτσάνης.

Πρώτο μπήκε το ζευγάρι στο γραφείου του αστυνόμου για να πει, ότι αλληλοαπαγωγήθηκαν και τα λοιπά, αλλά μπήκε στη μέση και η άλλη Τασία και είπε κυρ αστυ-νόμε να σας εξηγήσω ένα λεπτό, ότι κάποια παρεξήγηση έγινε. Ότι το γράμμα που έστειλε αυτός ήταν για μένα και κατά λάθος το πήρε αυτή. Σηκώθηκε ο αστυνόμος από την θέση του, κοίταξε τα κορίτσια προσεχτικά και μετά γύρισε και είπε, λυπούμαι κορίτσια, αλλά τις διαφορές σας δεν μπορώ να σας τις λύσω, διότι αυτός ο άνθρωπος καταζητείται από καιρό για καλλιέργεια ινδικής κάνναβης. Δεν καταλαβαίνουμε είπαν τα κορίτσια, από αυτά που λέτε. Να σας τα κάνω λιανά, είπε ο αστυνόμος, ο απαγωγέας είναι άνθρωπος καταζητούμενος από την αστυνομία για χρήση ναρκωτικών. Όπως καταλαβαίνεται από αυτή τη στιγμή είναι υπό κράτηση και δεν ξέρω πότε θα είναι ελεύθερος, για να διαλέξει μια από τις δυο σας. Ρίξτε κορώνα γράμμα και η μια σας να κρατήσει την κορώνα και η άλλη το γράμμα. Με ταξί γύρισαν τα κορίτσια στην Κουμπάλιστα και είπαν στους δικούς τους, ότι πήγαν μια βόλτα στην Προσοτσάνη τα κορίτσια, δηλαδή οι δύο Τασίες να δούνε αν θα βρέξει, αλλά κουβέντα δεν είπαν μεταξύ τους.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here