Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας ψαράς. Ζούσε μόνος του σ’ ένα μικρό, αλλά όμορφο καλύβι. Γύρω-γύρω από το σπιτάκι του, είχε φυτεμένες ελιές, πολύχρωμα λουλούδια, πανύψηλα δέντρα και όλων των λογιών τα βότανα και τα μυρωδικά. Είχε φτιάξει κι έναν ξύλινο φράχτη, κάτασπρο, ν’ αστράφτει σαν τον χτυπούσε ο ήλιος και πάνω στο φράχτη είχε κρεμάσει πολλές χρωματιστές γλάστρες. Ξυπνούσε από τα άγρια μεσάνυχτα και έριχνε τη βάρκα του στη θάλασσα. Ούτε το κρύο, αλλά ούτε και η ζέστη τον ενοχλούσαν. Αγαπούσε το νερό, αγαπούσε τη φύση, όπως κι αν ήταν αυτή. «Φύση, γυναίκα, περίεργο πλάσμα» μονολογούσε κάθε μέρα και χαμογελούσε ευχαριστημένος. Γιατί ο ψαράς μας, ήταν όχι απλά ευχαριστημένος, αλλά ευτυχισμένος. Είχε φιλοσοφήσει τη ζωή του και τη ζωή που του χαρίστηκε με τόση ευλάβεια. Χαιρόταν την κάθε στιγμή, τον αέρα που ανάσαινε, τη χρυσή άμμο που καθημερινώς πατούσε με τα ξυπόλητα πόδια του. Τα κρωξίματα των γλάρων, που επιβλητικοί πετούσαν πάνω από το κεφάλι του, το ζεστό και άνετο κρεβάτι του. Τη ζέστη από τα ξύλα το χειμώνα και τον ανελέητο ήλιο που έκαιγε τις πλάτες του το καλοκαίρι. Ποτέ του δε γκρίνιαζε και ήταν πάντα ευγενικός και ευχάριστος. Κάποια βράδια που δεν του επέτρεπε ο καιρός να βγει για ψάρεμα πήγαινε στο καφενείο λίγο παρακάτω και έπινε καμιά ρακή για να ζεσταθεί, αλλά και για ν’ ακούσει τις ιστορίες των άλλων ψαράδων και των σοφών γερόντων. Όταν έβγαινε λοιπόν για ψάρεμα κι έριχνε τα δίχτυα, καθόταν στη βάρκα του κι αγνάντευε τον κόσμο. «Πόσο μεγάλος είσαι και πόσο μικρός φαίνομαι». Έστριβε το τσιγάρο του και δε σκεφτόταν τίποτα άλλο, γιατί ήξερε πως οι πολλές σκέψεις αρρωσταίνουν τον άνθρωπο, του παίρνουν το μυαλό, τον τρελαίνουν. Όταν έβλεπε πως τα δίχτυα του γινόταν ασημένια, τα μάζευε και πήγαινε να πουλήσει τον κόπο του στην αγορά.

Ένα παράπονο είχε μόνο από τη ζωή του. Δεν μπορούσε να βρει όνομα για το καϊκάκι του. Το σκεφτόταν από ‘δω, το σκεφτόταν από ‘κει, έσπαζε το κεφάλι του, αλλά κανένα όνομα δεν του κατέβαινε. Έτσι, το καΐκι του το άφησε αβάφτιστο. Το είχε όμως τόσο ωραία φτιαγμένο. Γυάλιζε, άστραφτε από παστάδα και νοικοκυροσύνη. Σε μια γωνιά του, το είχε φτιάξει σαν φωλίτσα. Με μεγάλα μαξιλάρια, κιλίμια και στην άκρη είχε τοποθετήσει μία κατακόκκινη γλάστρα μ’ ένα τεράστιο γεράνι μέσα.

Μια μέρα, την ώρα που πότιζε το γεράνι του, εμφανίστηκε πάνω στη χρυσή άμμο, μια κοπέλα. Ήταν τόσο όμορφη, που μόλις την είδε το παλικάρι ψιθύρισε: «Μια νεράιδα». Η κοπέλα κοίταξε τον ψαρά και το πρώτο που της έκανε εντύπωση επών του, ήταν τα μάτια του. Σκούρα γαλανά, σκοτεινά σαν την αγριεμένη θάλασσα. Ύστερα η σεμνότητα και η ηρεμία του. Και μετά η εμφάνισή του. Γιατί ο ψαράς μας ήταν ωραίο παλικάρι. Μαυρισμένο χειμώνα-καλοκαίρι από τον καυτό ήλιο και με δυνατά χέρια, δουλεμένα από την αλμυρή θάλασσα. Στεκόταν όρθιος μες τη βάρκα του, αγκαλιά με το κατακόκκινο γεράνι και φορώντας ένα ναυτικό καπέλο. Η νεράιδα σκέφτηκε: «Τι όμορφη εικόνα». «Καλή σου μέρα ναύτη» του φώναξε.

«Καλή μέρα και σ’ εσένα νεράιδα» απάντησε εκείνος.

Η κοπέλα του χαμογέλασε κι ευθύς αμέσως η καρδιά του ψαρά μας έγινε χίλια κομμάτια. Όλο το βράδυ δεν μπορούσε να τη βγάλει από το μυαλό του. Πριν καλά-καλά ξημερώσει, πήρε χρώματα και πινέλα κι έτρεξε προς τη βάρκα του. Ένα όνομα χρωματίστηκε στο σκαρί του μικρού καϊκιού του . ΝΑΥΤΗΣ! Το παλικάρι νόμιζε πως ολοκληρώθηκε πια η ευτυχία που ένιωθε για όλα. Η νεράιδα από εκείνη τη μέρα περπατούσε καθημερινά και μέχρι το τέλος της ζωής τους, πάνω στη χρυσή άμμο, μέσα στο όμορφο καλύβι και ξάπλωνε ανάμεσα στις μαξιλάρες του ΝΑΥΤΗ. Τα γαλάζια μάτια, της πρόσφεραν κάθε λίγο ένα όμορφο λουλούδι και της το καρφίτσωναν στα γυαλιστερά μαλλιά της. Την αγκάλιαζαν τα δυνατά χέρια και κοιτούσαν μαζί πια τον κόσμο. «Τι μεγάλος που είναι» έλεγαν «αλλά πόση ευτυχία και αγάπη κρύβει μέσα του»!!!

 

Θεοπίστη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here