Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Η παροιμία λέει ούτε γάτα ούτε ζημιά, αλλά έλα που η γάτα είναι απαραίτητη, λόγω των ποντικών και δεν ξέρεις τι είναι προτιμότερο η γάτα ή η ζημιά.

Και εγώ στην αρχή δεν μπήκα στο νόημα, αλλά και μετά που έπαθα την ζημιά, πάλι δεν μπόρεσα να αποφασίσω ή γάτα ή ζημιά.

Εμένα η περίπτωσή μου δεν ήταν να μου καταστρέψει τα γυαλικά η γάτα, επειδή δεν την είχα μέσα στο σπίτι.

Κάπου, κάπου έμπαινε κρυφά, αλλά πάντοτε δούλευε σκουπόξυλο και μετά πήγαινε κοντά στον Αζώρ και βολευόταν στην συγκατοίκηση.

Βέβαια δεν της άρεσε το σπιτάκι του Αζώρ, αλλά τις κρύες νύχτες βολευόταν στην αγκαλιά του σκύλου και το φαί όσο και να ήταν σκυλίσιο, έτρωγε αυτή το πιο πολύ με την ανοχή του σκύλου και έτσι δεν είχαμε φασαρίες.

Ήταν μια παχουλή γάτα με χρυσά μάτια, χρυσή στο χρώμα σαν μαξιλάρι, που τρι-γυρνούσε στην αυλή σαν ντερβέναγας και κάπου, κάπου έπιανε κάνα ποντικάκι και το έφερνε μπροστά στη πόρτα μας και το άφηνε εκεί για να το δούμε και να της δώσουμε καλό φαί κουλουράκια με γάλα.

Τον σκύλο τον έκανε αυτή κουμάντο.

Όταν τον ήθελε για συντροφιά περίμενε έξω από το σκυλόσπιτο να έρθει ο Αζώρ και να ξαπλώσει και μετά πήγαινε και χωνόταν στην αγκαλιά του και εκείνος την δεχόταν σαν σύντροφο στη ζωή του.

Όταν δεν τον ήθελε ξάπλωνε στην είσοδο του σπιτιού του Αζώρ και δεν τον άφηνε να μπει μέσα και πολλά βράδια πέρασε έξω από το σπίτι του ο Αζώρ κάνοντας τον θαλαμοφύλακα.

Σπάνια να μάλωναν και η αιτία πάντα ήταν το φαγητό.

Και πάντα υποχωρούσε ο Αζώρ.

Τη βαφτίσαμε Χρυσούλα, λόγω της γούνας της.

Ήταν μεγαλύτερη από τον Αζώρ  κατά ένα χρόνο, όταν την πήραμε την βολέψαμε προσωρινά σε μια μεγάλη κούτα, όταν όμως πήραμε τον Αζώρ μετά ένα χρόνο αναγκάστηκα να κάνω σπιτάκι για τον σκύλο και έτσι βολεύονταν και οι δύο στο σπιτάκι που η Χρυσούλα το θεωρούσε δικό της.

Μια μέρα είδα έξω από το σκυλόσπιτο κάτι σαν λουκάνικο και μου φάνηκε παρά-ξενο, διότι στο σπίτι δεν είχαμε φάει ποτέ λουκάνικα και ούτε ο Αζώρ τριγύριζε στα χασάπικα για να φέρει λουκάνικο στο σπίτι.

Το μυαλό μου δεν πήγε στη Χρυσούλα.

Μετά δύο μέρες παρουσιάστηκε στην πόρτα μου ο γείτονάς μου ο Κίμων και μου είπε, δική σου είναι εκείνη η κίτρινη γάτα;

Δεν το αρνήθηκα, του είπε ναι.

–    Έλα μου είπε να σου δείξω κάτι και με τράβηξε στο σπίτι του.

Πήγαμε από την πίσω μεριά του σπιτιού του και όταν άνοιξε την πόρτα βρέθηκα σε ένα δάσος από λουκάνικα να κρέμονται από το ταβάνι σαν μαύρες λαμπάδες.

Μια άσχημη μυρουδιά γέμισε τα πλεμόνια μου και ήθελα να κάνω εμετό.

Σειρές, σειρές κρέμονταν μαύρα λουκάνικα, αλλού κρέμονταν κάτι πλατιά κομμάτια κρέας πασαλειμμένα με τσιμένι, αυτό που βάζουν στους παστουρμάδες και άλλου κρέμονταν κάτι χοντρά λουκάνικα, που ο Κίμων μου είπε είναι σαλάμια αέρος.

Δυστυχώς μου είπε ο Κίμων η γάτα σου με κατάστρεψε.

–   Τα βλέπεις εκείνα τα λουκάνικα τα γδαρμένα; Η γάτα σου τα έσκισε με τα νύχια της για να τα αρπάξει, αλλά δεν τα κατάφερε και εγώ πρέπει τώρα να τα πετάξω, δεν πουλιούνται έτσι όπως τα έκανε η γάτα, θα πάω φυλακή.

Έπεσα σε συλλογή, άρα το κομμάτι λουκάνικο που είδα έξω από το σκυλόσπιτο, το είχε φέρει η Χρυσούλα και το έφαγαν μαζί με τον Αζώρ.

Ο Αζώρ ήταν αθώος, όλη τη δουλειά την έκανε η Χρυσούλα, τι τιμωρία όμως της χρειαζόταν;

Το πράγμα είχε την οδυνηρή για μένα γνώμη του γείτονά μου, να του πληρώσω, όλα τα σαλάμια και τα λουκάνικα, που τα μάζεψε ένα σωρό και τα εκτίμησε οχτακόσια σαράντα ευρώ και μου είπε αυτά πρέπει εσύ να μου τα πληρώσεις ή θα πάμε στα δικαστήρια.

Έμεινα καρφωμένος στη θέση μου, δεν ήξερα τι να απαντήσω στον γείτονά μου.

Τελικά κατόρθωσα να συγκεντρωθώ και του είπα,  η γάτα έκανε την ζημιά και εγώ πρέπει να την πληρώσω; Έτσι είναι μου απάντησε ο γείτονας, το αφεντικό είναι υποχρεωμένος να πληρώνει τις ζημιές των ζώων του. Αν και το χόρτο το τρώει το γαϊδούρι του ο ίδιος πληρώνει τη ζημιά. Καταλήξαμε στα δικαστήρια ο δικηγόρος μου κόστισε οχτακόσια είκοσι ευρώ, δη-λαδή θα κέρδιζα είκοσι ευρώ, αν κέρδιζα την υπόθεση. Και όλοι θεωρούσαν την υπόθεση χαμένη και όμως την κέρδισα, χάρις στην πονηριά του δικηγόρου μου, που σαν πραγματική γάτα, ρώτησε τον γείτονά μου, μπορώ να δώ την άδεια σας;

–   Δεν έχω απάντησε ο Κίμωνας.

–   Τότε κύριε πρόεδρε είπε ο δικηγόρος μου, περιττό να συζητάμε για μια υπόθεση που εκ του γεγονότος, ότι ο κύριος ενάγων είναι παράνομος, διότι στερείται αδείας λειτουργίας του εργαστηρίου του.

Τότε ο πρόεδρος σταμάτησε την διαδικασία και αποχωρήσαμε.

Από τότε οι σχέσεις μας διακόπηκαν με τον γείτονά μου, αλλά για κάποιον παράξενο λόγο εξαφανίστηκε η Χρυσούλα.

Που αν δεν έφευγε μόνη της είχα σκοπό να την διώξω. Υποψιάστηκα ότι μάλλον ο γείτονάς μου θα την έπιασε θα την έβαλε σα κάνα τσουβάλι και θα την φούνταρε κάπου.

Έτσι ακριβώς έγινε, όπως το ομολόγησε ο Κίμωνας.

Μετά από τρείς βδομάδες, ένα πρωί όπως πήγα το φαγητό του Αζώρ είδα δύο γαλανά μάτια να με χαζεύουν από το βάθος του σκυλόσπιτου και άθελά μου χαμογέλασα.

Σα βρεγμένη γάτα που λένε σύρθηκε μέχρι το άνοιγμα με κοίταξε και πάλι γύρισε στη θέση της, λες και ντρεπόταν να με κοιτάξει στα μάτια.

Είμαι σίγουρος  ότι πλήρωσε την ζημιά που έκανε μόνη της.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here