Η αρχαιοελληνική χημεία/χημία, έγινε στα αραβικά al-kimiya, στα μεσαιωνικά λατινικά alchemia, στα γαλλικά alchimie, σ’ εμάς: αλχημεία.

Άμπακας: αρχαία άβαξ, στα λατινικά abacus, στα ιταλικά abacco. Τώρα λέμε: «Τρώει τον άμπακο».

Αμπούλα, από τον αμφορέα που έγινε στα λατινικά amp(h)ora και υποκοριστικό ampulla.

Αντιλόπη, στα μεσαιωνικά ελληνικά αν θόλοψ, έγινε στα λατινικά ant(h)alopus, στα γαλλικά antilope.

Αντσούγια ή αητζούγια: Επί ελληνιστικής εποχής η σαρδέλα κ.α. ήταν αφύη. Στα λατινικά apiu(v)a, στα ιταλικά acciuga.

Άρια: Αρχαιοελληνικά αέρα (αήρ). Στα λατινικά aera, στα ιταλικά aria.

Armonika, αρχαιοελληνικά αρμονικός, λατινικά harmonicus, στα αγγλικά rarmonica, στα ιταλικά armonica (συνώνυμο σ’ εμάς της φυσαρμόνικας).

Αρμόνιο, αρχαία αρμονία, στα λατινικά harmonia, στα γαλλικά armonie.

Αφιόνι, από το ελληνιστικό όπιον, τουρκιστί ahyon, μεσαιωνικά ελληνικά αφιόνιον.

Αψέντι (απόσταξη φύλλων αψίνθου). Ελληνιστικά αψίνθιου, λατινικά absinthum, στα γαλλικά absinthe.

Βάρκα: Αρχαιοελληνιστί βάρις, λατινικά και ιταλικά barca (βαρκάρης, βαρκάδα, μπαρκάρω, μπάρκο).

Βασάλτης, από αρχαιοελληνική βασανίτης (λυδία λίθος).

Βραχιόλι: ο αρχαίος βραχίων, λατινικά brcchium (και brachiale=περιοβραχιόνιο). Στους ελληνιστικούς χρόνους βραχιάλιον.

Γαζία=η ελληνιστική ακακία, λατινιστί acacia, στα βενετσάνικα ιταλικά gazia.

Γαλέρα, ίσως από τη γαλαία/γαλέα, ίσως από την αρχαία γαλέη (είδος ψαριού).

Αν το ζητήσουν οι αναγνώστες, θα συνεχίσουμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here