Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Ο Αντωνάκης δεν ήταν καλός μαθητής στο σχολείο, αλλά τα χεράκια του έπιαναν και σκαρφιζόταν όλων των ειδών τις μηχανές.

Από μηχανές να κόβουν τις πατάτες στρογγυλές, τρίγωνες ή τετράγωνες, μέχρι να χτυπάει αυγό για μαρέγκα.

Ο δάσκαλος προσπαθούσε να του δώσει να καταλάβει, ότι για να πετύχει τους στόχους του σαν εφευρέτης πρέπει να πάει σχολείο, αλλά αυτός επέμενε, ότι οι περισσότεροι εφευρέτες ήταν αγράμματοι.

Και με τον πατέρα του είχε πολλές φασαρίες, διότι τον έβαζε να αγοράζει διάφορα εξαρτήματα και μοτέρ, χωρίς να βλέπει που ακριβώς θα τοποθετηθούν και πιο σκοπό θα εξυπηρετήσουν. Όταν είδε ο πατέρας του, ότι τα έξοδα μεγάλωσαν, τον ειδοποίησε, ότι άλλο δεν αντέχει και σταματάει να του δίνει χρήματα, έτσι η μηχανή του Αντωνάκη έμεινε μισοτελειωμένη και έκανε μόνο, για σαλάτες, για ανακάτωμα και να χτυπάει ταραμοσαλάτα.

Οι χωριανοί όμως από περιέργεια πήγαιναν συχνά να δουν την μηχανή του Αντώνη και επ’ ευκαιρία να κάνουν και το τζατζίκι τους.

Άλλοι πήγαιναν με ένα αυγό και του ζητούσαν να το βράσει η μηχανή του, να το κάνει σφιχτό και να το κόψει φέτες λοξές και να το βάλει λίγο αλάτι και λίγο μαύρο πιπέρι.

Με καμάρι ο Αντώνης εξηγούσε, ότι από εδώ βάζει το αυγό, το οποίο κυλάει στο δοχείο με το νερό, ρυθμίζει την μηχανή με ύμνους, δηλαδή για μελάτα αυγά ακούγονταν ο εθνικός ύμνος, για μέτρια το Υπερμάχω και για σφιχτά ο Ερωτόκριτος.

Μετά το αυγό κυλούσε στην θήκη, όπου μια λεπίδα το έκοβε σε λοξές φέτες κατά την επιθυμία του πελάτη. Βέβαια ο Αντωνάκης για την εξυπηρέτηση των χωριανών του, δεν χρέωνε τίποτα και ο λογαριασμός του ηλεκτρικού, των λαδιών, των μπαχαρικών και των λοιπών υλικών έφτασε σε σημείο να θυμώσει ο πατέρας του, επειδή δεν άντεχε άλλο και τον ειδοποίησε, ότι άμα δεν σταματήσει το παιχνίδι με τη μηχανή του, είναι αποφασισμένος να την κάνει κομμάτια.

Ο πατέρας του ήταν αποφασισμένος να την κάνει κομμάτια, άμα δεν σταματούσε το παιχνίδι με τη μηχανή του, αλλά ο Αντωνάκης τον παρακαλούσε να κάνει λίγη υπομονή, μέχρι να πάρει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Ο καιρός περνούσε και η ειδοποίηση δεν ερχόταν και ο πατέρας του απηυδισμένος πήρε το τσεκούρι και την έκανε χίλια κομμάτια την περίφημη μηχανή του Αντώνη.

Την άλλη μέρα ήρθε η ειδοποίηση, ότι για να χορηγηθεί δίπλωμα ευρεσιτεχνίας θα πρέπει η μηχανή να μεταφερθεί στην Αθήνα, προς εξέταση και την αποδοτικότητα και αν δεν υπάρχει παρόμοια, τότε θα εκδοθεί το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Περίλυπος ο Αντώνης βάλθηκε να ξανασυναρμολογίσει την μηχανή του και τότε συνειδητοποίησε, ότι δεν τον παίρνει ο χρόνος, μέσα σε δύο βδομάδες να στείλει την μηχανή του στην Αθήνα και αποφάσισε να στείλει τα κομμάτια της έτσι όπως είναι και ότι θέλει ας γίνει.

Του κόστισε ένα σωρό λεφτά, τα οποία δανείστηκε από τον θείο του και το αποτέλεσμα ήταν να πάρει ένα γράμμα από την Αθήνα, ότι τα σιδερικά που έστειλε στην Αθήνα, τα προώθησαν για ανακύκλωση, διότι δεν μπορούσαν να βρουν  μια άκρη περί τίνος πρόκειται.

Ήταν πολύ στενοχωρημένος και δεν ήθελε να δει κανέναν, αλλά ο πατέρας του τον εντόπισε στο στάβλο και του είπε, εγώ σε παραδέχομαι για εφευρέτη, αλλά η οικονομική μου δύναμη δεν αντέχει για πειράματα, άμα θέλεις όμως σου δίνω την ευκαιρία να αγοράσουμε δέκα μοσχάρια να κάνουμε μεγάλο κοπάδι με γελάδες και μοσχάρια και να κάνεις μια μηχανή, με δικά σου πλέον λεφτά να κάνει βούτυρο από  χόρτα.

Ο Αντώνης το άκουσε το δούλεμα, αλλά δεν είπε τίποτα σηκώθηκε έλυσε τις γελάδες και πήγε να τις βοσκήσει και να σκεφτεί μια άλλη μηχανή, που με τις πορδές των αγελάδων θα παράγει ηλεκτρική ενέργεια.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here