γράφει ο Μιχάλης Ι. Μιχαηλίδης

Κανέλα: Προέρχεται από την αρχαιοελληνική κάννα/κάννη. Γίνεται στα λατινικά canna (κάλαμος) και υποκοριστικά, canella.

Κανελόνι: Από την ίδια αρχαιοελληνική κάννα που στα ιταλικά cannellone-δηλώνει σωλήνα απ’ όπου το γνωστό ζυμαρικό.

Κανόνι: Ίδια ρίζα, που στα ιταλικά cannone=μεγάλος σωλήνας, μετά πυροβόλο όπλο.

Από την ίδια ρίζα και ο κανονιέρης.

Από την ίδια ρίζα το λατινικό canna, με υποκοριστικό cannula (καλαμάκι).

Καντάρι: Αρχαίο κεντηνάριον (100λιτρο) στα Ιταλικά centenarium, στα αραβικά gintar, το Ελληνικομεσαιωνικό καντάρι (44 οκάδες) ή στατήρας. Μπορεί αντί από αραβικά να προήλθε από ιταλικό clmtato ή το τουρκικό kantar.

Καταβέλα: Από την αρχαία Ελλάδα το κάραβος=ελαφρύ σκάφος, στα λατινικά, carabus, στα πορτογαλικά caravo-υποκοριστικά caravela.

Καραμέλα: Από την ελληνική κάλαμος, στα λατινικά calamellus, ισπανικά caramel.

Καρατερίστας: Εκ του ελληνικού χαρακτήρα στα λατινικά characher, μετά στα ιταλικά caratterista.

Καράτι: Από το ελληνικό κεράτιον (δήλωνε και τον καρπό της χαρουπιάς, που σχεδόν έχει βάρος 20 εκατοστά του γραμμαρίου ή 1/3 οβολού. Πέρασε στην αραβική girat, έγινε λατινικά caratus, στα ιταλικά carato.

Καρέκλα: Εκ της αρχαίας μας καθέδρα, στα λατινικά caterca.

Καρίνα: Από το αρχαίο κάρυον. Ιταλικά carena.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here