Το να είσαι άνεργος και συγκεκριμένα άνεργη, είναι μεγάλη επιτυχία. Και όπως όλες οι επιτυχίες έχουν κι ένα μικρούλικο μελανό σημείο, έτσι κι εδώ, αυτό το σημείο είναι το ότι δεν έχεις ποτέ χρήματα. Εκτός αν είσαι με κάποιον σύντροφο-φίλο-σύζυγο που είναι πλούσιος ή έχει μία εργασία με κάποιο χι σεβαστό μισθό.

Και πάμε τώρα στα υπόλοιπα θετικά. Επειδή δεν έχεις χρήματα, δεν έχεις και το φόβο της κλοπής. Λες π.χ. του κλέφτη τσαντάκια: «Ορίστε ρε φίλε η τσάντα. Περιέχει κραγιόν (μωβ για την ακρίβεια), κλειδιά, κάρτες, ένα παλιοκινητό, χαρτομάντηλα, υγρομάντηλα, τσίχλες και κάτσε να δω. Ααα κι ένα μισό κουλούρι. Φυσικά περιέχει και πορτοφόλι, αλλά μία στιγμή να βγάλω ταυτότητα και δίπλωμα και είμαστε έτοιμοι. Ορίστεεεε…». Όταν βέβαια κάποιες ελαχιστότατες στιγμές, τυχαίνει να έχεις κάποια λίγα χρήματα στο προαναφερόμενο αντικείμενο, έχεις τα μάτια σου πενήντα τέσσερα και είσαι σε εγρήγορση. «Πίσω όλοι και σας έφαγα». Συνεχίζω. Ξυπνάς αργά το πρωί. Εντάξει. Εγώ ξυπνάω πάω δεν πάω στη λίγη δουλειά που έχω (χα-χα) πρωί-πρωί. Την άνοιξη και το καλοκαίρι π.χ. σηκώνομαι στις έξι. Όσο φθινοπωριάζει και χειμωνιάζει μπορεί και εφτά ή οκτώ. Στο τσακίρ κέφι, άντε εννιά. Το στεφάνι μου όταν ξέρει πως δε θα πάω για δουλειά, αλλά βλέπει ότι βάζω το ξυπνητήρι ρωτάει: «Τι το βάζεις το ρολόι χριστιανή μου; Και δε θα πας πουθενά πρωνιάτικα, αλλά ξυπνάω κι εγώ έτσι κι αλλιώς!». Ύστερα δεν έχεις τη βιασύνη να μαγειρέψεις από την προηγούμενη. Ή να σιδερώσεις ή να ετοιμάσεις και τις άλλες εξωσχολικές (όπως τις λέω) υποχρεώσεις. Σε υπηρεσίες, στο ένα, στο άλλο και στο παρά άλλο. Ετοιμάζεις τα θεατρικά σου (για εμένα μιλάω) με την ησυχία σου, τα σκέφτεσαι πιο ήρεμα, πιο σωστά. Έχεις άπειρο χρόνο να ψάξεις, να διαβάσεις, να ενημερωθείς. Μετά πηγαίνεις στις πρόβες και δε σε νοιάζει αν γυρίσεις στο σπίτι σου και έντεκα και δώδεκα και μία. Κάνεις τις δουλίτσες σου στον κήπο χαλαράααα, βλέπεις τα ζωντανά σου, τα καθαρίζεις, βάφεις, φτιάχνεις, μαστορεύεις. Πηγαίνεις για περπάτημα, για καφέ εκεί γύρω τριγύρω στις πλατείες των χωριών (το καλύτερό μου), μαλώνεις με τον άντρα σου με ησυχία, ξύνεσαι, ξαπλώνεις, κατουράς, με περισσότερη άνεση βρε αδερφέ. Και πάντα, μα πάντα, ανάμεσα σε όλα αυτά, σκέφτεσαι τους λογαριασμούς, τις υποχρεώσεις, τα έκτακτα που βγαίνουν, τις διάφορες ελλείψεις και ζημιές που ξεφυτρώνουν σα μανιτάρια. Τότε παίρνεις πάλι το μπερδεμένο σου μυαλό από εκείνες τις άχρηστες πληροφορίες και το πηγαίνεις αλλού. Στα σύννεφα, στις διακοπές που ποτέ ξανά δε θα κάνεις, στο τι ωραία που είναι η ζωή!!! Σκέφτεσαι πως το αμάξι σου σε λίγο θα το κάνεις κοτέτσι και πως θα κυκλοφορείς για να κάνεις ότι κάνεις και βγάζεις έστω κι αυτά τα λίγα ευρουλάκια και μετά ξανασκέφτεσαι πως ήσουνα κάποτε είκοσι χρονών και χωρίς ούτε ένα σημαδάκι στο όμορφο προσωπάκι σου και δεν κουραζόσουν εύκολα κ.τ.λ., κ.τ.λ.

Ένα άλλο καλό επίσης είναι, πως δεν έχεις φόβο να σου κλέψουν χρήματα από το σπίτι. Λέω καμιά φορά του άντρα μου: «Χριστιανέ μου, τι αφήνεις ανοιχτές τις πόρτες και παίρνεις δρόμο; Να μπει και κανένας εδώ που είμαστε, χαμπάρι δε θα πάρουμε». «Και τι θα πάρει; Την τηλεόραση; Σιγά!». «Ε, πως» συνεχίζω εγώ «τα φλιτζανάκια της μιας γιαγιάς μου, τα πιατάκια της άλλης γιαγιάς, τη φοντανιέρα της μανουλίτσας μου!!!». Φυσικά δεν παίρνω απάντηση. Μόνο κάποιο δολοφονικό βλέμμα.

Αχ!!! Τι ωραία που είναι όταν είσαι άνεργος. Ή σχεδόν… Έχεις πάρα πολύ χρόνο δικό σου, η ζωή είναι για εσένα, άλλος σε ταΐζει και σε ποτίζει (ναι, ναι, τ’ ακούω κι αυτά), τα καλοκαίρι πας στη θάλασσα, τους χειμώνες για σκι (χα-χα), την άνοιξη για ιππασία και το φθινόπωρο ξεκουράζεσαι…

Και τώρα που το ξανασκέφτομαι, αυτό το επάγγελμα θ’ ακολουθώ από ‘δω και στο εξής. Της άνεργης με μεγάλη επιτυχία.

Θεοπίστη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here