Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Έχουν περάσει ακριβώς εξήντα τέσσερα χρόνια και κάθε φορά που περνάω με το λεωφορείο για Θεσσαλονίκη από την Ελευθερούπολη το πρώην Πράβι , μια γλυκιά ανάμνηση ξυπνάει μέσα μου και το άρωμα μιας φρέσκιας πάστας πλημμυρίζει τα σω-θικά μου.

Ήταν τότε το 1953, που ήρθαμε ημερήσια εκδρομή με την εμπορική της Δράμας στο Πράβι και με το ζόρι κατάφερα να μαζέψω τα ναύλα συμμετοχής στην εκδρομή και η χαρά μου ήταν απερίγραπτη που θα συμμετείχα και εγώ για πρώτη φορά σε μια εκδρομή με την τάξη μου.

Βέβαια η τάξη μου είχε κάνει και άλλες εκδρομές, αλλά εγώ δεν έλαβα μέρος, επειδή δεν είχα τα ναύλα για τα μεταφορικά έξοδα και με παράπονο άκουγα τους συμμαθητές μου να διηγούνται πόσο καλά πέρασαν.

Σε εκείνη την εκδρομή όμως στο Πράβι δεν πλήρωσα το νοίκι και έτσι χρησιμοποίησα με πολύ λαχτάρα τα ίδια λεφτά να πληρώσω τη συμμετοχή μου στην εκδρομή σκεφτόμενος ότι οι δικοί μου θα με καταλάβαιναν, το πόσο λαχταρούσα να πάω και εγώ μαζί με την τάξη μου μια εκδρομή.

Θυμάμαι τη χαρά μου, όταν ανεβήκαμε στο λεωφορείο με γέλια και χαρές και τραγούδια μέχρι τους Φιλίππους, όπου κάναμε μια στάση και περπατήσαμε ανάμεσα στα ερείπια και η δεσποινίς Μπιρμπίλη, εκεί κοντά στον ναό του Απόλλωνος μας μίλησε για την ιστορία των αρχαίων Φιλίππων.

Φτάσαμε στο Πράβι και μπουλούκια, μπουλούκια περπατήσαμε στα στενά της πόλης και κατά τη μία η ώρα όλοι σχεδόν οι συμμαθητές μπήκανε σε ένα εστιατόριο εκτός από μένα, τον Χαραλαμπίδη και τον Σαχανίδη, που δεν είχαμε λεφτά και την βγάλαμε με ότι είχαμε από την Δράμα, λίγο ψωμί τυλιγμένο σε ένα πανί, με μερικές ελιές ή λίγο τυρί.

Μετά όλοι μαζί ανεβήκαμε σε ένα λοφάκι έξω από την πόλη, που νομίζω λεγόταν Αγία Παρασκευή ή Άγιος Νικόλαος, με ένα εκκλησάκι ακριβώς στη κορυφή και στρωθήκαμε όλοι στο πράσινο γρασίδι και μερικοί είχαν μια μπάλα και οι υπόλοιποι χαριεντιζόμασταν μεταξύ μας με αστεία και πειράγματα.

Εγώ και ο Κατσιγιάννης ο Ηλίας ήμασταν, εκείνοι που τους πειράζαμε όλους και φυσικά πολλοί δεν μας χώνευαν, επειδή τους κοροϊδεύαμε.

Η αλήθεια είναι λόγω της φτώχειας, όλοι ήμασταν ντυμένοι με ρούχα της UNRAS με κοντά πανταλονάκια, με πράσινες κάλτσες, με λαστιχένια παπούτσια, με παρδαλά πουκάμισα και μόνο ένα πράγμα μας ένωνε το πηλίκιο.

Όλοι υποχρεωτικά φορούσαμε το πηλίκιο με την κουκουβάγια, εκτός από τον Πατρικαλάκη τον Φαίδωνα, που το πηλίκιο του ήταν ακριβό και χρυσοκέντητο.

Εκεί πάνω στο λοφάκι βγάλαμε και μια φωτογραφία, εγώ ο Κατσιγιάννης, ο Φιλιάδης και ο Πατρικαλάκης, που την φυλάω μέχρι σήμερα.

Κάποια στιγμή ο κύριος Μέρτζιος, σήκωσε τα χέρια του και μας είπε να κάνουμε ησυχία και μας εξήγησε, ότι τα παιδιά του γυμνασίου του Πραβίου, έκαναν έρανο μεταξύ τους και μάζεψαν χρήματα, με τα οποία αγόρασαν γλυκά που μας τα προσφέρουν.

Και εκείνοι τη στιγμή ένα φορτηγάκι ανέβηκε μέχρι επάνω στο λόφο και άρχισαν δύο εργάτες να ξεφορτώνουν ταψιά και ταψιά με αχνιστά γλυκά, λογιών, λογιών, που τα ονόματά τους δεν τα ήξερα, διότι ποτέ μέχρι τότε δεν έτυχε να δοκιμάσω κανένα. Σε λίγο άρχισαν να μας μοιράζουν τα γλυκά και σε μένα έτυχε μια πάστα. Ομολογώ, ακόμη και μέχρι σήμερα, νοστιμότερη πάστα δεν δοκίμασα στη ζωή μου. Ήταν η πρώτη πάστα στη ζωή μου και μου προσφέρθηκε με τέτοια χειρονομία που μου έμεινε στη μνήμη μου μια γλυκιά ανάμνηση.

Ούτε και πώς να τη φάω δεν ήξερα, διότι το ξύλινο κουταλάκι που συνόδευε την πάστα δεν ήξερα πως το χρησιμοποιούσαν και παρατηρούσα  τον Φαίδωνα, που ήξερε από τέτοια πράγματα και ότι έκανε εκείνος έκανα και εγώ.

Πάντως ευχαριστήθηκα τόσο πολύ, από την γεύση της πάστας και από την χειρονομία των μαθητών του γυμνασίου του Πραβίου, που όταν χαιρετήσαμε την αντιπροσωπεία των μαθητών που ήρθαν να μας συναντήσουν και να μας καλωσορίσουν στην πόλη τους εγώ έκλαιγα.

Δεν κατάφερα να τους πω δυο λόγια για να τους ευχαριστήσω. Η συγκίνησή μου ήταν τόσο μεγάλη που δεν κατόρθωσα να πω ούτε ευχαριστώ, από τους λυγμούς, μόνο τους έσφιξα το χέρι και κούνησα το κεφάλι με νόημα, ότι μια μέρα θα έρθω στο Πράβι να ξεπληρώσω αυτό το γλυκό χρέος. Τώρα είναι η ώρα να ξεπληρώσω το χρέος μου, αφού ζω στην Ελλάδα, που γύρι-σα από την Αμερική, μετά σαράντα χρόνια σαν μετανάστης, έχω στο μυαλό μου να μάθω από το διευθυντή του Λυκείου της Ελευθερούπολης, πρώην Πράβι, τον αριθμό των μαθητών να έρθω σε επαφή με το καλλίτερο ζαχαροπλαστείο και να προσφέρω σε κάθε μαθητή ένα γλυκό, σε ανάμνηση εκείνης της πάστας που δοκίμασα για πρώ-τη φορά στη ζωή μου στην πόλης τους, προσφορά των μαθητών του γυμνασίου του Πραβίου. Επίσης έχω κατά νου να ζητήσω από τον διευθυντή να ζητήσουν από τους μαθητές να γράψουν μια έκθεση με θέμα μια γλυκιά ανάμνηση και εγώ θα βραβεύσω το νικητή με ορισμένο ποσόν χρημάτων, που αυτή τη στιγμή δεν έχω σκεφτεί το ύψος του.

Και αν μου επιτρέψουν να μιλήσω στους μαθητές για την γλυκιά μου εμπειρία στην πόλη τους, από την ευγενή προσφορά των γονέων και παππούδων τους και να τους ευχαριστήσω και να τους πω τον λόγο της χειρονομίας μου.

Το Πράβι είναι μέσα στις τόσες μου αναμνήσεις η πιο γλυκιά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here