Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Ακούγεται πολύ παράξενο, να είσαι μόνος την πρωτοχρονιά, αλλά όταν το επι-τάσσει η ώρα και μόνος είσαι και χωρίς την σκύλα σου, αν είσαι κυνηγός, όπως και ζεις μια περιπέτεια άνευ προηγουμένου.

Ήμασταν ένα γκρούπ από πέντε κυνηγούς, με τα σκυλιά μας και όλα μας τα εφό-ια να κάνουμε μια εκδρομή μέχρι τα μισά του Ολύμπου.

Με το αυτοκίνητο ανεβήκαμε μέχρι εκεί που σταματάει ο δρόμος και μετά συνεχίσαμε πεζοί.

Ο καιρός φαινόταν καλός, μόνο μια ψιλή βροχή, αλλά όλοι μας ήμασταν εφοδιασμένοι με αδιάβροχα και έτσι το ψιλόβροχο δεν μας ενοχλούσε, απεναντίας μας βοηθούσε να εντοπίσουμε πιο εύκολα το θήραμα, από το κούνημα των κλαδιών και το τρέξιμο των ζώων να πάνε να προφυλαχτούν.

Σκοπός της εκδρομής ήταν το χοντρό κυνήγι και όχι λαγούς και πουλιά, και στην κυριολεξία κάνα ελάφι, όσα επέτρεπε ο νόμος.

Όταν φτάσαμε στην περιοχή, μοιράσαμε τους τομείς στον καθέναν και χωρίσαμε αφού καθορίσαμε σημείο συγκέντρωσης και ώρα.

Το καταφύγιο που έδειχνε ο χάρτης, ήταν περίπου τρία χιλιόμετρα νότια μου, αλλά δεν φαινόταν, επειδή μεσολαβούσε ένας λόφος, που ήταν στον δικό μου τομέα.

Μόλις πήρε ο καθένας τον τομέα του κίνησε με τον σκύλο του και μετά άλλο δεν ανταμώσαμε στον Όλυμπο παρά δέκα μέρες μετά στο κέντρο υγείας του Λιτόχωρου.

Είχα ακούσει πολλές περιπέτειες και είχα διαβάσει και πολλές, αλλά ποτέ δεν μπορούσα να φαντασθώ, ότι στη Ελλάδα θα ζούσα μια από τις πιο  φριχτές περιπέτειες μου.

Όταν χωρίσαμε και τράβηξε ο καθένας για τον τομέα του ο καιρός το γύρισε σε ελαφρύ χιόνι και σε μια ώρα περίπου άρχισε να ρίχνει χοντρές νιφάδες.

Η σκύλα μου ήταν πολύ ανήσυχη, επειδή χάθηκαν στο χιόνι τα χνάρια των ελαφιών και απελπισμένη έτρεχε από δω και από κεί και δεν έδινε σημάδι, ότι εντόπισε κάτι.

Και εγώ άσκοπα χάζευα την σκύλα μου, που μου έδινε σινιάλο πηδώντας μέσα από το χιόνι που έφτασε στο μπόι της.

Έκανα την σκέψη, μήπως χειροτερέψει ο καιρός και να κατέβω σιγά, σιγά προς  το αυτοκίνητο.

Επειδή άκουσα μερικές ντουφεκιές από τα δεξιά μου, φαντάσθηκα, ότι εκείνος που πυροβολούσε ήταν πιο ψηλά από μένα το θήραμα θα κατέβαινε προς τα κάτω, οπότε θα είχα την ευκαιρία να το χτυπήσω εγώ.

Αυτό με έκανε να μείνω εκεί για κάμποση ώρα, αλλά οι πυροβολισμοί είχαν σταματήσει.

Όταν αντιλήφτηκα, ότι το χιόνι έφτασε στο γόνατο, αποφάσισα να κατέβω κάτω, σφύριξα κάνα δυο φορές στη σκύλα μου, αλλά δεν πήρα απόκριση και έτσι σιγά, σιγά άρχισα να κατεβαίνω προς τα κάτω.

Η σκύλα όμως δεν φαινόταν πουθενά και αυτό με ανάγκασε να σταματήσω και αντί να κατεβαίνω έκανα μεταβολή και άρχισα να ανεβαίνω για να βρω την σκύλα μου.

Το χιόνι έφτασε μέχρι τη μέση μου και με δυσκολία περπάταγα και συνέχει σφύριζα στην σκύλα μου.

Χίλιες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου  για την τύχη της σκύλας μου..

Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό μου, μήπως πήγε στο καταφύγιο;

Δεν έπεσα έξω.

Την βρήκα μπροστά στην πόρτα του καταφυγίου που ήταν κλειστή, αλλά το χιόνι έφτανε μέχρι το στήθος μου και με το ζόρι άνοιξα την πόρτα.

Κοίταξα το ρολόι μου και έδειχνε πέντε και είκοσι, τριάντα μία Δεκεμβρίου.

Άναψα το τζάκι του καταφυγίου, με σπίρτα που υπήρχαν εκεί και ένα σωρό κομμένα ξύλα στη γωνιά και κάπως στεγνώσαμε.

Έβγαλα από το σακίδιό μου τα φαγητά και τα ζέστανα πρόχειρα αντίκρυ στη φωτιά και αφού έδωσα στην σκύλα μου έφαγα και εγώ.

Δεν ήξερα πόσον καιρό θα ήμασταν εκεί στο καταφύγιο, διότι το χιόνι έπεφτε πυκνό και ασταμάτητο και λογάριασα, ότι μόνο για μια μέρα αν θα μας έφτανε το φαγητό.

Φανταζόμουν, όλο και κάποιος από τους δικούς μου θα έρχονταν στο καταφύγιο, αλλά δυστυχώς μέχρι τις δέκα ψυχή δεν φάνηκε.

Η σκύλα μου ήταν πολύ  στενοχωρημένη, κάτι ανήσυχο έβλεπα στα μάτια της, έδειχνε πολύ ανήσυχη, πήγαινε μέχρι τη πόρτα, αλλά δεν γαύγιζε να υποψιαστώ, ότι κάποιος ήταν από έξω, ξαναπήγαινε μέχρι το τζάκι και πάλι πήγαινε στην πόρτα και δώστου να κάνει αυτή τη βόλτα.

Όταν άνοιξα την πόρτα για να πάρω λίγο χιόνι να κάνω λίγο νερό στη φωτιά, είδα δέκα μεγάλα μάτια να με κοιτάζουν παράξενα.

Στην αρχή τρόμαξα, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησα, ότι ήταν ελάφια, που είχαν συνηθίσει να καταφεύγουν στο καταφύγιο όταν ήταν ο καιρός κακός

Χωρίς να δείξουν τον παραμικρό φόβο προχώρησαν και όλα μπήκαν στο καταφύγιο.

Η σκύλα μου κατάπιε την γλώσσα της, ούτε γαύγισε, ούτε σημασία έδωσε στην εμφάνισή τους.

Απλώς ηρέμησε και σε λίγο την πήρε ο ύπνος.

Το ρολόι μου έδειχνε έντεκα και πενήντα οχτώ, σε δύο λεπτά θα άλλαζε ο χρόνος και εγώ αντί να βρίσκομαι με την οικογένειά μου, ήμουν με μια άλλη οικογένεια, που ήθελα  πρωτοχρονιάτικα να τους κάνω κακό.

Βέβαια σ’ αυτό το θέαμα, ούτε σκέψη έκανα να σκοτώσω κάποιο από αυτά τα ζώα, αν και βγήκα για  αυτόν τον σκοπό, η συνείδησή μου δεν πήγαινε να κάνω τέτοιο

έγκλημα.

Αφού η ίδια η σκύλα μου δεν έδειχνε άγριες διαθέσεις για τα ζώα, που ούτε γαύγισε, ούτε γρύλισε, ίσως να νόμισε, ότι τα ζώα μας παραχωρούν το δικό τους κατάλυμα και θα ήταν αγένεια, εμείς να φανούμε τόσο κακοί.

Το πρωί πήρα από την τσάντα μου ότι φαγητά είχαν μείνει και τα μοιραστήκαμε όλοι. Τα ελάφια λες και ήμασταν γνωστοί από χρόνια με ευχαρίστηση έτρωγαν το ψωμί που τους έδινα και με κοίταζαν μέσα στα μάτια, σαν να μου έλεγαν, η ανάγκη όλους μας κάνει φίλους.

Έκανα μόνος μου πρωτοχρονιά, αλλά η εμπειρία μου θα μείνει αξέχαστη.

Την άλλη μέρα ήρθε το ελικόπτερο και μας πήρε εμένα και την σκύλα μου  και δεν ξαναπήγα κυνήγι.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here