Κι αν μακριά σε φύσηξε ο αγέρας κι αν τα πουλιά μονάχα τους πετούνε κι αν η ψυχή μοιρολογάει τα βράδια, εγώ θα ζω στο δρόμο των ονείρων.

Κι αν το νερό τον κόσμο θα σκεπάσει κι αν η ζωή με πάει και με φέρνει, εγώ τις στάχτες μου θα πλένω.

Φωτιά, καπνός, καρδιά μου λαβωμένη…

Βράδια υγρά, με θλίψη και με πάχνη. Βράδια θολά, χωρίς ανθρώπινη αγάπη…

Μπορώ ακόμη να φωνάξω… άκου… χωρίς μιλιά και λέω αυτά που θέλω.

Κάποιες φορές δεν πρέπει να μιλάμε. Κάποιες στιγμές, η ανάσα μόνο φτάνει.

Το χρώμα κόκκινο, απλώθηκε σαν αίμα. Ο ουρανός μεγάλωσε κι έγινε σα σεντόνι. Γυναίκα όμορφη στην άκρη του κεντάει. Σκυμμένη κάθεται εκεί και τραγουδάει. Γι’ αγάπη που έφυγε, για εκείνη που θα έρθει.

Το αίμα χάθηκε και φάνηκε σκοτάδι. Τα μάτια θόλωσαν. Δε βλέπουνε στο βράδυ. Τον ουρανό τον δίπλωσε, τον έβαλε στην τσέπη.

Ο αγέρας μ’ έφερε κοντά της και κοιτάζω. Τα μάτια πράσινα, σα λίμνη βαλτωμένη.

Γυναίκα κάθισε εκεί και χαμογέλα. Μαζί θα πλύνουμε του κόσμου όλο τον πόνο. Μαζί θα πλέξουμε στεφάνια από αστέρια.

Κι αν το παράθυρο του νου θα ξανακλείσει, μαζί θα γράψουμε καινούργια ιστορία.

Κάθε πρωί που θα ξυπνάς, ν’ ανοίγεις το σεντόνι. Τον ουρανό να βλέπουμε, μην το ξεχνάς, θυμήσου.

Κάθε αυγή να ξεκρεμάς, τον ήλιο από την κρεμάστρα.

Τα δάχτυλά σου πρόσεχε, να μην τα κάψεις μόνο.

Φωτιά, καπνός και σάρκα λαβωμένη…

Φωτιά, καπνός, ψυχή μου ματωμένη…

Και κάθε δείλι άφηνε τα χρώματα να τρέχουν.

Και μπλε και ροζ και κόκκινο. Και κίτρινο και άσπρο.

Και κάτσε εκεί όπου κάθεσαι και κάτι περιμένεις.

Κι εγώ σιμά σου θα ‘ρχομαι.

Νερό, φωτιά, αέρας…

Δε θα μιλώ… μα θα μ’ ακούς…

Τα λόγια περισσεύουν…

Μόνο τα μάτια θα μιλούν. Και οι ψυχές το ίδιο.

 

Θεοπίστη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here