Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Δεν ήταν ούτε δέκα χρονών ο μικρός Βασίλης, όταν τον παρουσίασε στον κυρ Δημήτρη να τον πάρει παραγιό στο φούρνο του.

Στην αρχή ο κυρ Δημήτρης έφερε αντίρρηση, ότι είναι μικρός και πρέπει να πηγαίνει σχολείο αντί να δουλεύει και τα τέτοια, αλλά η μάνα του επέμενε να τον πάρει, διότι, στο σπίτι δεν είχαν ούτε μια μπουκιά ψωμί να ταίσει τα άλλα δύο μικρότερα παιδιά της και να έχει και τον άνδρα της στη φυλακή.

–   Πάρτον σε παρακαλώ κυρ Δημήτρη μόνο για το ψωμί, δεν θέλω τίποτα άλλο, όσο για το σχολείο έχει χρόνια μπροστά του να πάει, όποτε θέλει και όταν μπορεί.

–   Τώρα είναι η ανάγκη που δεν έχω τίποτα και ο προκομμένος μου, μου άφησε ένα σωρό χρέη, που ντρέπομαι να κυκλοφορήσω στη γειτονιά.

Με αυτά τα παρακάλια συμφώνησε ο κυρ Δημήτρης να κρατήσει τον Βασίλη, αλλά να ξηγιόμαστε όχι μισθό.

Έτσι από κείνη τη μέρα φόρεσε στη μέση του την άσπρη ποδιά και έγινε ένα εξάρ-τημα του φούρνου, να σκουπίζει το πάτωμα από τα αλεύρια, από τα τρίμματα, να καθαρίζει τις πινακοτέςς, να ξύνει τα πανιά απ’ τα υπολείμματα, να μαζεύει τα ζυμάρια, όσα ξεχειλίζονταν από τις πινακωτές.

Και ο μισθός του, όσα ψωμιά δεν ψήνονταν στις γωνίες του φούρνου τα πήγαινε στο σπίτι για τα μικρά τα αδερφάκια του.

Κουραζόταν πολύ, αλλά δεν έλεγε τίποτα και μόνο  στα διαλείμματα ανάμεσα σε κάθε φουρνιά έπαιρνε ένα κουλούρι και το μασούλαγε στην παλιά την καρέκλα πίσω από την πόρτα.

Και εκεί τον ανακάλυπτε ο κυρ Δημήτρη και τον κατσάδιαζε, έλα, έλα κοντεύει να βγει η φουρνιά, μετά μπορείς να ξεκουραστείς, αλλά όταν έβγαινε η φουρνιά, έπρεπε να μπει η άλλη φουρνιά και ποτέ δεν υπήρχε χρόνος για να φάει ένα κουλούρι με την ησυχία του.

Δύο χρόνια πέρασαν σαν φουρναρόπαιδο και σχεδόν είχε μάθει τη δουλειά και άρχισε να μαθαίνει και το ζύμωμα, να ειδοποιεί πότε ήταν ο φούρνος για να βάλουν τη φουρνιά, πότε τα κουλούρια, πότε τα σιμίτια, να πασπαλίζει το σουσάμι πάνω στα σιμίτια και να κάνει όλες τις δουλειές που έκαναν και οι μεγάλοι, αλλά δεν είχε μισθό.

Μόνο Χριστούγεννα και Πάσχα του έδινε χαρτζιλίκι και τσουρέκια για το σπίτι.

Μια μέρα, όταν άνοιξε την πίσω πόρτα είδε ένα παιδί τυλιγμένο στα κουρέλια, που τρόμαξε μόλις τον είδε και άρχισε να κλαίει.

Μη κλαίς του είπε ο Βασίλης και του έδωσε ένα κομμάτι ψωμί για να το καλοπιάσει.

Σταμάτησε να κλαίει και λαίμαργα έτρωγε το ψωμί του.

Ο  Βασίλης του έδωσε ακόμη ένα κομμάτι ψωμί και του είπε να το πάει στη μαμά του.

Πράγματι το πήρε με λαχτάρα και εξαφανίστηκε.

Μετά δύο μέρες ξαναπαρουσιάστηκε στη πόρτα, αλλά προς μεγάλη απογοήτευσή του δεν υπήρχε έτοιμο ψωμί και έπρεπε να περιμένει τουλάχιστον δύο ώρες μέχρι να βγει η φουρνιά και άλλη μισή ώρα να τραβήξει για να του δώσει ένα κομμάτι.

Τότε σκέφτηκε ο Βασίλης τα αποξεσίδια από τις πινακωτές που είχε μαζέψει και τα είχε μια μπάλα να τα έδινε στον μικρό να τα πάει στη μαμά του και εκείνη θα τα έψηνε.

Πράγματι σε ένα κομμάτι πανί τύλιξε το ζυμάρι και το έδωσε στον μικρό να το πάει σπίτι.

Αυτό έγινε συνήθεια από κείνη τη μέρα και κάθε μέρα ερχόταν ο μικρός και έπαιρνε μια μπάλα ζυμάρι να το πάει στη μαμά του να το ψήσει και να βολέψει τα τρία της παιδιά.

Μια μέρα ήρθε η ίδια η μαμά του να γνωρίσει, εκείνον που έδινε το ζυμάρι στον μικρό και να τον ευχαριστήσει.

Είπε χίλια ευχαριστώ στον Βασίλη, που άμα δεν ήταν εκείνος σίγουρα θα πέθαιναν τα παιδιά της από ασιτία.

Του κυρ Δημήτρη του φάνηκε παράξενη η συζήτηση με την ξένη κυρία και παραμόνεψε να δει τι συμβαίνει και είδε τον Βασίλη να δίνει στην γυναίκα ένα πανί με ζυμάρι, ένα πράγμα σαν μια γροθιά.

Φώναξε τον Βασίλη μέσα και του είπε, ότι κλέβει ζυμάρι και το δίνει στον κόσμο.

–    Ποια είναι αυτή η γυναίκα; Τον ρώτησε αυστηρά.

–    Δεν την ξέρω, είπε ο Βασίλης, είναι η μητέρα εκείνου του παιδιού, που πείναγε

και του έδωσα ένα κομματάκι ψωμί μια μέρα και από τότε ερχόταν κάθε μέρα και του έδινα ένα κομματάκι ψωμί και λίγα τρίμματα και αποξεσίδια να τα πάει στη μάνα του και σήμερα ήρθε η ίδια η μάνα του να με ευχαριστήσει, αυτή είναι όλη η ιστορία κυρ Δημήτρη και μά την Παναγία δεν σου έκλεψα ούτε ένα δράμι ζυμάρι.

Πίστεψέ με κυρ Δημήτρη, είπε στο αφεντικό και έβαλε τα κλάματα.

Ο κυρ Δημήτρης ήταν αποφασισμένος να τον διώξει, αλλά τον είχε ανάγκη, επειδή ήταν εργατικός και στο κάτω δεν είδε καμιά φύρα στα ψωμιά, άρα δεν έκλεβε ζυμάρι, αποφάσισε να τον συχωρέσει και του είπε, άλλη φορά, ότι έχει να δίνει στους φτω-χούς να το δίνει από την μπροστινή πόρτα.

Και του είπε, ότι από τώρα και στο εξής θα τον πληρώνει και διακόσιες δραχμές τη βδομάδα, του είπε ακόμη, εκείνη η γυναίκα η μάνα του μικρού είναι η γυναίκα εκείνου που χτύπησε ο πατέρας σου και τον σακάτεψε, γι’ αυτό ο πατέρας σου είναι φυλακή.

Σε βαθιά συλλογή έπεσε ο Βασίλης, δηλαδή ο πατέρας του έκανε ένα τόσο κακό στους ανθρώπους, που κόντεψε να πεθάνουν από πείνα;

Τότε καλά έκανε και βοήθησε την φτωχή οικογένεια και όλα αυτά  τα διηγήθηκε στη μάνα του, που τον είπε μπράβο παιδί μου καλά έκανες και τους βοήθησες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here