Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Η ζωή μας πορεύεται με αντιθέσεις, ουαί και αλίμονο αν δεν εφαρμόζονταν οι αντιθέσεις της Φύσης, η ζωή μας θα καταντούσε μια ανωμαλία.

Αν ο ωραίος παντρεύονταν την ωραία και τα παιδιά τους θα γίνονταν ακόμα πιο ωραία και πάει λέγοντας  οπότε τα παιδιά των άσχημων θα γίνονταν σκέτο τέρατα.

Αλλά η βλογημένη Φύσης τα κανονίζει έτσι ένας κοντός να γουστάρει μια ψιλή, που και αυτή γουστάρει έναν κοντό και έτσι βρίσκεται η θεία ισορροπία, η θεία εξίσωση των μέτρων που λέμε.

Πολλά πράγματα στη ζωή μας δεν θέλουμε να τα αναγνωρίσουμε για καλά, αλλά τα κάνουμε από ανάγκη, διότι από αυτά εξαρτάται η ζωή μας, αν όχι η ίδια, αλλά η καλοπέρασή μας.

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τη ζωή.

Έχουμε  έναν ταβερνιάρη που έχει έναν καλό πελάτη, ένα παλικάρι που για κάποιον λόγο έμεινε λίγο αργός στη ζωή και δεν παντρεύτηκε, όταν ήταν ο καιρός του και τώρα σε κάπως περασμένη ηλικία, φαντάζεται να βρει μια καλή γυναικούλα.

Μια τέτοια που έψαχνε και ο Θεός, αλλά ποτέ δεν την βρήκε γι’ αυτό και έμεινε εργένης.

Το ίδιο συνέβη και στην κόρη του ταβερνιάρη.

Ο ένας της μύριζε, ο άλλος της βρωμούσε και έμεινε στο ράφι να την καμαρώνει ο μπαμπάς, που εξακολουθούσε να την φωνάζει κούκλα μου, παρά τα ξεχειλίσματά της.

Άκουγε πολλές φορές τον πατέρα της να της λέει, τι λεβέντης ήταν ο Γιώργος, εργατικό παιδί, τίμιο και ντερβίσης.

Κάθε Παρασκευή έρχεται στην ταβέρνα και τα χαλάει όλα, κερνώντας σε όλους τους πελάτες, γνωστούς και άγνωστους και πάει σπίτι του ξημερώματα και αρχινάει τον καυγά με τη μάνα που γύριζε σπίτι άφραγκος και η ίδια έπεσε στο κρεβάτι του θανατά από την πείνα και την αδιαφορία του γιού της.

Βέβαια ο ταβερνιάρης μπορούσε να πει δυο κουβέντες, για να σκεφτεί λίγο και τη μάνα του, αλλά το συμφέρον του, δεν του επέτρεπε να κάνει τέτοια χειρονομία.

Για τον ταβερνιάρη ο Γιώργος ήταν το καλό παιδί, για την μάνα το κακό παιδί.

Σαν γαμπρό όμως ποτέ δεν θα τον ήθελε.

Αλλά η Φύσης κάνει την προξενιά βάσει του νόμου περί αντιθέσεων.

Άκουγε η Βγενιώ τον πατέρα της να παινεύει τον Γιώργο και από περιέργεια τον ζύγωσε μια μέρα, που είχε χρόνια να κατεβεί κάτω στην ταβέρνα, επειδή δεν μπορού-σε να αντέξει την μυρωδιά του μούστου και της κρασίλας και δειλά, δειλά στην αρχή, με θάρρος μετά τον ρώταγε διάφορα πράγματα και τις απαντήσεις του τις εύρισκε λογικές, όσο ήταν ξεμέθυστος και σιγά, σιγά, μπήκε ο έρωτας μέσα της και μια μέρα είπε στον πατέρα της το και το.

Ο πατέρας της έγινε θηρίο.

–    Αυτόν τον ανεπρόκοπο θα πάρεις για άντρα σου;

–   Κακομοίρα θα ψοφήσεις της πείνας εσύ και τα παιδιά σου.

Δεν κατάφερε τίποτα ο πατέρας και τα πράγματα ήρθαν όπως τα ήθελε η Φύσης και ούς ο Θεός συνέζευξε άνθρωπος μη χωριζέτο.

Τα λόγια του μπαμπά και της μαμάς δεν κατάφεραν να λυγίσουν τον έρωτα της Ευγενίας και έτσι αναγκάστηκαν να προσφωνήσουν τον Γιώργο παιδί τους, αλλά η πίκρα έμεινε μέσα τους, η κόρη τους στα σίγουρα θα καταστραφεί.

Ο Γιώργος είχε δύο βδομάδες να φανεί στην ταβέρνα και ο ταβερνιάρης όλως αγωνία ρώταγε τους άλλους πελάτες αν είδαν τον Γιώργο.

Κανείς δεν είχε δει τον Γιώργο και ο μπαμπάς ρώτησε την κόρη του να μάθει τι συμβαίνει με τον Γιώργο και εξαφανίστηκε.

Η Ευγενία τον έβγαλε από την απορία του.

–   Του είπα του Γιώργη να διαλέξει ή εμένα ή το ποτό.

–   Μου είπε εμένα.

–   Και δεν σκέφτηκες εμένα; Της είπε ο πατέρας της.

–   Πώς δεν σε σκέφτηκα, με τον Γιώργο συζητήσαμε το πρώτο παιδί που θα γεννηθεί θα το βγάλουμε το όνομά σου και μετά της μαμάς του.

–   Δεν εννοώ αυτό.

–   Τότε τι εννοείς;

–    Εννοώ, αν δεν έχω τον Γιώργο, τον Ευτύχη, τον Παντελή, τον Θανάση, πώς θα κρατήσω το μαγαζί;

–    Το μαγαζί τελείωσε τον προορισμό του.

–    Κοίταξε να βρεις κάτι το αντίθετο να κάνεις.

–    Πάντρεψες την μοναχοκόρη σου, την αποκατέστησες χάρη στον Γιώργο, τώρα είναι η σειρά της μάνας του να χορτάσει ψωμί και να κάνει οικογένεια.

Όσο για την εκλογή μου να παντρευτώ τον Γιώργο, είναι αποτέλεσμα ο δικός σου έπαινος για τον Γιώργο, πόσο καλό παιδί είναι για σένα, αλλά όχι για την μάνα του.

Αυτό με έκανε να τον ερωτευτώ και ελπίζω να ζήσουμε ευτυχισμένοι, μακριά από την ταβέρνα.

Η ταβέρνα κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο για μια ώρα, αλλά το εικοσιτετράωρο έχει άλλες  είκοσι τρείς ώρες, ανίας και βαριεστιμάρας.

Ο γάμος έρχεται να συμπληρώσει αυτές τις ώρες, με αγάπη, με χάδια και με καυγάδες καμιά φορά, έτσι είναι η ζωή πατέρα.

–   Έχεις δίκαιο κόρη μου, όλα να μη τα θέλουμε δικά μας.

Στην αρχή δεν πίστευα στους φυσικούς νόμους της αντίθεσης, τώρα το χώνεψα και πήρα την απόφαση να κλείσω την ταβέρνα και να ανοίξω κατάστημα παιχνιδιών  ακριβώς το αντίθετο από την ταβέρνα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here