Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Τι τίτλο να δώσεις σε ένα παιδί που το περιμάζεψες από το δρόμο, μόνο και μόνο επειδή το λυπήθηκες.

Τέτοια ήταν η περίπτωση του Σωτήρη, που γύριζε στις γειτονιές της Δράμας, θεονήστικο, έψαχνε μια πόρτα ανοιχτή να βολευτεί για απόψε και για αύριο έχει ο Θεός.

Είχε βγει με χιλιάδες άλλα παιδιά στο λιμάνι της Καβάλας, που οι γονείς τους πνίγηκαν στο λιμάνι της Σμύρνης και η επιτροπή στην Ελλάδα δεν πρόφταινε να τα τακτοποιήσει όλα, γι’ αυτό τα περισσότερα σκόρπισαν στην γύρω περιοχή και ζούσαν σαν αδέσποτα σκυλιά.

Όταν βρέθηκαν στην περιοχή της Δράμας, ο ένας από τους τρείς που ξεκίνησαν παρέα από την Καβάλα βολεύτηκε σε ένα μπαχτσέ, αλλά οι άλλοι δύο συνέχισαν να ψάχνουν για την ανοιχτή τη πόρτα.

Στην Προσοτσάνη βολεύτηκε και ο Λευτέρης στο ποτοπωλείο του Πάτκα και έμεινε ο Σωτήρης να ψάχνει για την δική του ανοιχτή πόρτα.

Ο δρόμος τον έφερε σε εκείνο το χωριό που το έλεγαν Κουμπάλιστα.

Ψιλόβρεχε, άρχισε να σκοτεινιάζει και η πείνα τον ανάγκασε να χτυπήσει την πόρτα του πρώτου σπιτιού του χωριού.

Του άνοιξε ένα κοριτσάκι ίσαμε δέκα χρονών και τον ρώτησε τι θέλει.

–   Λίγο ψωμί σας παρακαλώ, είπε ο Σωτήρης, πεινάω πολύ.

Έτρεξε μέσα το κορίτσι και γύρισε με μια φέτα ψωμί πασαλειμμένη με θρεψίνη.

Την πήρε ο Σωτήρης και κάθισε στο κεφαλόσκαλο και άρχισε να τρώει λαίμαργα το ψωμί με τη θρεψίνη κάτω από το υπόστεγο της πόρτας να μη βρέχεται από τη βροχή.

Πριν τελειώσει τη φέτα ήρθε ένας κύριος και τον ρώτησε τι κάνει εκεί.

Είμαι προσφυγόπουλο του είπε και πείναγα πολύ και το κοριτσάκι μου έδωσε μια φέτα ψωμί με θρεψίνη και το τρώγω.

Έχεις που να μείνεις; Τον ρώτησε ο κύριος.

–   Όχι του είπε ο Σωτήρης και τον κοίταξε ικετευτικά στα μάτια.

Τότε σκέφτηκε ο Κυριάκος, αν ήθελε να τον κρατήσει για φαμέγιο, όπως ήταν γνωστός ο θεσμός στην περιοχή εκείνα τα χρόνια να παίρνεις ένα παιδί στο σπίτι σου, να σε δουλεύει, συνήθως μέχρι να πάει στρατιώτης ή και να παντρευτεί, χωρίς αμοιβή φυσικά.

Θέλεις να μείνεις σπίτι μου; τον ρώτησε ο Κυριάκος.

Ναι κύριε του είπε ο Σωτήρης και του φίλησε το χέρι.

Τον τράβηξε μέσα ο Κυριάκος και τον σύστησε στην οικογένειά του.

Τον ρώτησαν πώς λέγεται, από πού ήρθε και πώς βρέθηκε στην Κουμπάλιστα.

Τους είπε την μεγάλη περιπέτειά του στο λιμάνι της Σμύρνης, πώς σκότωσαν τον πατέρα του οι τσέτες, πώς πνίγηκε η μάνα του με το παιδί στην αγκαλιά της και πώς βρέθηκε στην Καβάλα μαζί με πολλά παιδιά.

Ο Κυριάκος του εξήγησε, ότι άμα ήθελε να μείνει θα τον κράταγε σαν φαμέγιο όσο καιρό ήθελε και του εξήγησε με λίγα λόγια τι σημαίνει φαμέγιος.

Ο Σωτήρης του είπε, δεν τον ενδιαφέρει τίποτα από άλλο, εκτός από ένα πιάτο φαγητό και μια στέγη.

Προσωρινά τον τακτοποίησαν στην αποθήκη και του εξήγησε ο Κυριάκος, ότι το σπίτι είναι μικρό, έχει μόνο δύο δωμάτια ένα για την κόρη και ένα γι’ αυτόν και την γυναίκα του.

Δεν του κακοφάνηκε του Σωτήρη η αποθήκη, ήταν ευτυχισμένος που βρέθηκε μια οικογένεια και τον πήρε μέσα στην αγκαλιά της και τους ήταν βαθιά ευγνώμων.

Ο Σωτήρης ήταν η ευλογία στο σπίτι του Κυριάκου.

Όλα τα προλάβαινε, μετά το σχολείο πήγαινε για όργωμα, μετά πήγαινε στα τριφύλλια και ξημερώματα για ξύλα και προλάβαινε το σχολείο και το τελείωσε με άριστα.

Δεν είχε κανένα παράπονο από την οικογένεια του κυρ Κυριάκου, τον φρόντιζαν σαν τον μεγάλο αδερφό της Αρετής, που αυτή η ίδια φρόντιζε για το καθημερινό φαγητό του, του έπλενε τα ρούχα και τις Κυριακές του ετοίμαζε ένα γαλάζιο πουκάμισο του πατέρα της να το φορέσει ο Σωτήρης για την εκκλησία, που έκανε τον αριστερό ψάλτη.

Είπε στον κυρ Κυριάκο, ότι ήθελε να πάει στο γυμνάσιο.

Ο κυρ Κυριάκος τον ενθάρρυνε και του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει και το έκανε.

Ώσπου να τελειώσει το γυμνάσιο ο Σωτήρης, πλήρωνε για το δωμάτιο που νοίκιαζε ο Σωτήρης και του έδινε και λεφτά να περάσει και πλήρωνε εργάτες να κάνουν  την δουλειά που θα έκανε ο Σωτήρης.

Αλλά ποτέ δεν γκρίνιασε, όλα τα έκανε με την καρδιά του, για την ψυχή της μάνας του.

Μόλις τελείωσε το γυμνάσιο ο Σωτήρης κατετάγη στο στρατό.

Την ημέρα που αποχαιρετούσε την οικογένεια του Κυριάκου, ο Κυριάκος του έδωσε διακόσιες δραχμές, η κυρά Θεοδώρα ένα κουτί ραβανί και η Αρετή ένα φυλαχτό, έτσι του είπε και να σε φυλάει η Παναγία.

Στο τρένο που ταξίδευε για Αθήνα, για να παρουσιαστεί στο κέντρο, άνοιξε το φυλαχτό της Αρετής και είδε, ότι ήταν ένα γυναικείο μαντήλι με σταυρό, που έγραφε η Παναγιά να σε φυλάει και από κάτω, σε αγαπώ.

Με δάκρυα στα μάτια το έχωσε το φυλαχτό της Αρετής στον κόρφο του και δεν το έβγαλε ποτέ.

Επελέγη για δόκιμος αξιωματικός και κατά την διάρκεια της θητείας του έδωσε εξετάσεις και πέρασε στη νομική.

Όταν τελείωσε το στρατιωτικό του, είχε τελειώσει και ενάμιση χρόνο της νομικής.

Ο Κυριάκος, αλλά περισσότερο η Αρετή τον βοήθησαν να τελειώσει τις σπουδές του και να βγει δικηγόρος.

Άνοιξε γραφείο στη Θεσσαλονίκη και στα εγκαίνια του γραφείου παρευρέθηκαν όλοι από την οικογένεια του κυρ Κυριάκου.

Όλοι ήταν ευτυχισμένοι μα πιο πολύ από όλους ο Σωτήρης, που με δυσκολία κράταγε τα δάκρυα του και είπε στον κυρ Κυριάκο, δεν βρίσκω λόγια να σε ευχαριστήσω στάθηκες πραγματικός πατέρας μου, εσύ κυρά Θεοδώρα μια πραγματική μητέρα και εσύ Αρετή μια πραγματική αδερφή.

Επειδή σας αγάπησα όλους, δεν θέλω να σας αποχωριστώ, θέλω να παντρευτώ την Αρετή, μου την δίνεις κυρ Κυριάκο;

Με δυσκολία συνέφεραν από την λιποθυμιά της την Αρετή.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here