Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Σε ένα χωριουδάκι σαν το δικό μου, που να το λένε Κουμπάλιστα, που το κατοι-κούνε ασήμαντοι άνθρωποι, τι σκάνδαλα, τι έρωτες, τι συγκλονιστικά γεγονότα περιμένεις, που οι άνθρωποι νύχτα μέρα είναι στον κάμπο να μαζέψουν φύλλο, φύλλο τον καπνό. να τον φέρουν στο σπίτι να τον μπουλιάσουν, το Φθινόπωρο και τον Χειμώνα να τον πασταλιάσουν και την άνοιξη να αρχίσουν να τον σπέρνουν και να τον φυτεύουν και πάλι από την αρχή.

Δεν υπήρχε συγκεκριμένη ηλικία για δουλειά και τα παιδιά εφτά και οχτώ χρονών πήγαιναν με όλους στα χωράφια και κοιμόντουσαν στα χαρίκια και το πρωί μάζευαν τον καπνό στα κοφίνια.

Δεν τους φτάνει ο χρόνος της χρονιάς, δεν έχουν καιρό ούτε και να κατουρήσουν καθιστοί, όλοι όρθιοι το κάνουν και όπου να είναι.

Πολλοί λίγοι είχαν αποχωρητήρια, αλλά δεν τα χρησιμοποιούσαν, αφού μπορούσαν να τα κάνουν όπου να ‘ναι.

Σε ένα τέτοιο αποχωρητήριο θυμάμαι ήταν το πρώτο μας ραντεβού με το Μαράκι που ήμουν δέκα εφτά και εκείνη δεκαπέντε.

Το πραγματικό της όνομα δεν το γράφω για να μη παρεξηγηθούμε, αν και είναι ογδόντα χρονών σήμερα.

Το προξενιό το έκανε ένας φίλος  μου, που της είπε, ότι την αγαπάω και εκείνο το Σάββατο πού πήγα στο χωριό μου είπε, ότι είπε στο Μαράκι, ότι το αγαπάω και εκείνο δέχτηκε να βγούμε ραντεβού.

Εγώ ήξερα ορισμένα πράγματα για τον έρωτα, τα είχα μάθει από τον σινεμά στη Δράμα, που πήγαινα δύο φορές τη βδομάδα, εκείνη έμαθε μερικά πράγματα από την νύφη της και απεδείχθη πολύ καλή μαθήτρια.

Αλλά φαίνεται ο φίλος μου το είπε και σε κάποιον άλλο και εκείνος σε κάποιον άλλο και με λίγα λόγια το ήξεραν όλα τα παιδιά του χωριού, ότι στο αποχωρητήριο του καπετάν Λευτέρ την Κυριακή θα είχα ραντεβού με το Μαράκι, στις εφτά μισή η ώρα.

Όλη τη μέρα είχα πολύ άγχος και ήμουν νευριασμένος με όλους, ακόμη και με τη γιαγιά μου, που την αγαπούσα πιο πολύ και από την μάνα μου και θύμωσα που μου είπε να μη ξεχάσω να έρθω στην ώρα μου στο μεσημεριανό τραπέζι της Κυριακής.

Εμένα το μυαλό μου δεν ήταν στο φαί, αλλά στο Μαράκι.

Την είδα την Κυριακή στην εκκλησία και απόρησα, πόσο γρήγορα μεγάλωσε και έγινε σωστή γυναίκα.

Της χαμογέλα και μου ανταπέδωσε το χαμόγελο.

Εκείνη τη Κυριακή γινόταν ένας γάμος δίπλα από το σπίτι του Βασίλη του Ντελή Σάββα.

Πέρασα από ‘κει, είδα το Μαράκι και του έκανα νόημα, ότι ήμουν έτοιμος για το ραντεβού.

Είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει, αλλά εμένα δεν με σταματούσε τίποτα, έφυγα πήγα στο σπίτι του Ιωσήφ και χωρίς να με δει η μάνα του πήδηξα τον φράχτη και βρέθηκα στο αποχωρητήριο του καπετάν Λευτέρ.

Ήταν μια πόρτα μόνο και γύρω, γύρω είχε τσουβάλια για να κρύβουν εκείνον  που θα χρησιμοποιούσε το αποχωρητήριο, αν το χρησιμοποιούσε, διότι φαίνεται δεν το χρησιμοποιούσαν, επειδή δεν μύριζε.

Τα τσουβάλια δεν ήταν δεμένα δεμένα μεταξύ τους και στο φύσημα του ανέμου πέταγαν σαν φτερά.

Σε λίγο φάνηκε μέσα από τα αγριόχορτα το Μαράκι, που είχε σηκώσει το φουστανάκι της να μη μαζέψει κολτσίδες.

–   Μόλις ήρθε κοντά μου, μου είπε για μέλλον έτσι;

Μηχανικά της απάντησα, ναι, ναι.

–  Θέλω να μου ορκιστείς, ότι θα με αγαπάς αιώνια.

Δεν μπορούσα να βάλλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά από αυτά που άκουγα από το Μαράκι και ορκίστηκα, ότι θα την αγαπάω αιώνια και τότε με αγκάλιασε και με φίλη-σε στο στόμα.

Ενώ περίμενα να τις δείξω εγώ μερικά πράγματα πάνω στον έρωτα, διαπίστωσα, ότι αυτή ήξερε περισσότερα από μένα που πήγαινα και σινεμά δύο φορές τη βδομάδα.

Δεν έκανα τον κόπο να τη ρωτήσω που τα έμαθε, άνοιξε το μπλουζάκι της και δύο ολοστρόγγυλα, άσπρα βυζάκια μπόλικα για την ηλικία της, αλλά πλούσια για την κορμοστασιά της, αφράτα, αφράτα.

Έπεσα με τα μούτρα που λέει ο λόγος στο βυζί και έκανα σαν παλαβός να τα ζουλίξω, να τα βυζάξω, να τα φάω.

Και όπως ήμουν απασχολημένος στο πάνω μέρος, το Μαράκι κρατούσε το φουστάνι ψηλά στα χέρια της και τα πόδια της είχαν χωθεί ανάμεσα στα δικά μου πόδια, περιμένοντας να κατέβω πιο κάτω.

Όπως ήμουν απασχολημένος με τα βυζιά της, με ρώτησε πόσα χέρια έχεις;

Δύο της απάντησα.

Και δύο που με πασπατεύουν στα κωλομέρια μου, μου είπε τέσσερα και άφησε το φουστάνι της να κατεβεί μέχρι κάτω και κούμπωσε το μπλουζάκι της και μου είπε πάμε να φύγουμε, θα μας φάνε οι μπανιστηρτζίδες.

Βέβαια φύγαμε από το αποχωρητήριο και την ώρα που αναχωρούσαμε ίσαμε δε-καπέντε κεφάλια πετάχτηκαν από τα αγριόχορτα, που έκαναν μπανιστήρι και μερικοί φώναξαν γεια σου Τζιτζή.

Τότε δεν ήξερα ποιοι ήταν, αλλά μετά ο Βασίλης ο Τσεπενέκης, μου τους είπε έναν έναν. Και αυτός ήταν ένας από αυτούς.

Μου είπε ακόμη ποιος ήταν ο τολμηρός που ήρθε στο αποχωρητήριο και πασπάτεψε τα πισινά του Μαράκι.

Εγώ δεν έφτασα τότε μέχρι κάτω, διότι φοβήθηκα την περίπτωση του Ντίνκου, που πήγε δώδεκα χρόνια φυλακή, επειδή πήγε μια φορά με τη Μαρίκα του Παπαδόπου-λου.

Πάντως το Μαράκι ακόμα το θυμάμαι και τον αιώνιο όρκο μου.

Δεν βαριέσαι έχουμε ακόμα μπροστά μας καιρό μέχρι τα εκατό.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here