Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Μεγάλη ήταν η έκπληξη της κυρά Τασίας όταν το πρωί άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού της και αντίκρισε ένα φασκιωμένο παιδί. Το πήρε στην αγκαλιά της και έτρεξε να το δείξει στον άντρας της, φωνάζοντας από χαρά βρήκα ένα παιδί.

Σιγά, σιγά της είπε ο άντρας της, να δούμε πρώτα πως βρέθηκε στην δική μας πόρτα, να ειδοποιήσουμε την αστυνομία και αν δεν βρεθεί κανείς να το διεκδικεί να το κρατήσουμε άμα θέλεις, αλλά πρέπει να ξέρεις πόση φασαρία θα αναλάβεις.

Το ξεφάσκιωσε η κυρά Τασία το μωρό και είδε, ότι ήταν ένα υγιέστατο αγοράκι ίσαμε δύο εβδομάδων.

Αμέσως ζέστανε νερό το έκανε ένα μπανάκι, το τύλιξε πρόχειρα και το άφησε δίπλα στον άντρα της και η ίδια πετάχτηκε μέχρι τον μπακάλη να ψωνίσει μωρουδιακά τρόφιμα.

Στο γυρισμό πέρασε από το φαρμακείο και είπε στον φαρμακοποιό, ότι θα χρειαστεί τον παιδίατρο του κέντρου.

Του φάνηκε πολύ παράξενο η κυρά Τασία να χρειάζεται παιδίατρο και την ρώτησε για ποιο παιδί;

Για ένα παιδί που μας έστειλε ο Θεός του είπε και έφυγε.

Το απόγευμα ήρθε ο γιατρός και εξέτασε το παιδί, το βρήκε πολύ καλά στην υγεία του, αλλά τους είπε, ότι πρέπει να πάνε στην αστυνομία να το δηλώσουν και αν δεν βρεθεί κανείς να το διεκδικήσει μπορούν να το κρατήσουν και να το υιοθετήσουν.

Τηλεφώνησαν στην κόρη τους που σπούδαζε στη Θεσσαλονίκη και χάρηκε ιδιαίτερα και δεν έβλεπε την ώρα να έρθει στο χωριό να το γνωρίσει.

Πήγαν στην Προσοτσάνη, στην αστυνομία, μετά στην Δημαρχεία και τακτοποίησαν όλα τα χαρτιά και υιοθέτησαν το παιδί.

Το βάφτισαν Χρήστο το όνομα του παππού, δηλαδή του άντρα της κυρά Τασίας, που η ίδια πάντα έλεγε το παιδί ήταν της Παναγίας.

Και φυσικά ήταν της Παναγίας διότι σ’ αυτήν την ηλικία δεν ήταν δυνατόν να τεκνοποιήσει η κυρά Τασία.

Το παιδί βγήκε ένα  σπάνιο παιδί, ούτε έκλαιγε, ούτε τίποτα, όλο γέλαγε και έκανε τον παππού  να μην τον αφήνει από την αγκαλιά του.

Το καλοκαίρι ήρθε για τις θερινές διακοπές από την Θεσσαλονίκη η κόρη του η Αναστασία, που σπούδαζε ιατρική στο πανεπιστήμιο και τρελάθηκε με το μωρό.

Από τότε όλες τις διακοπές της τις πέρασε στο χωριό και δεν χόρταινε να παίζει με το παιδί.

Όταν τελείωσε τις σπουδές της η Αναστασία το παιδί ήταν τεσσάρων χρονών.

Δεν το έστειλαν στον παιδικό σταθμό και τα καθήκοντα της δασκάλας τα ανέλαβε η κυρά Τασία, που ήταν συνταξιούχος δασκάλα.

Η Αναστασία διορίστηκε στην Άρτα να κάνει την αγροτική της και μετά θα πήγαινε στο Λονδίνο, για ειδικότητα.

Από την πρώτη τάξη του δημοτικού ο μικρός Χρήστος ήταν άριστος μαθητής και ποτέ δεν έδωσε δικαίωμα σε κανέναν για κάτι στραβό.

Ήταν το καμάρι του παππού, που δεν του χάλαγε χατίρι και μια φορά έκανε φασαρία με τους γονείς κάποιου παιδιού, που φώναξε μπάσταρδο τον μικρό Χρήστο.

Ευτυχώς ήταν και αυτό το παιδί στη ζωή του αντρόγυνου και πέρασαν όμορφα χρόνια με τον Χρηστάκη όπως τον φώναζαν.

Όταν τελείωσε το δημοτικό σχολείο ο Χρηστάκης, πήρανε τηλεφώνημα από το Λονδίνο, ότι η Αναστασία τελείωσε καρδιολόγος και ότι θα παντρευτεί με έναν έλληνα γιατρό και θα έρθουν στην Ελλάδα για γαμήλιο ταξίδι.

Η Αναστασία ζήτησε να μιλήσει στον Χρηστάκη και τον ρώτησε τι να του φέρει

από το Λονδίνο.

Αγάπη της είπε εκείνος.

Μη στενοχωριέσαι του είπε η Αναστασία, είμαι γιατρός και ξέρω τι σημαίνει αγάπη, αλλά πέρα από αυτό είμαι και ….., αλλά δεν συνέχισε και έβαλε τα κλάματα.

Μιλάς τόσο όμορφα της είπε ο Χρηστάκης, που έτσι μου έρχεται να σε φωνάζω… αλλά δεν συνέχισε και λύθηκε και αυτός σε κλάματα.

Το σπίτι γέμισε χαρά ο παππούς ήταν πολύ υπερήφανος για τον Χρηστάκη, επειδή ήταν αριστούχος και του έταξε ένα γερό ποδήλατο για ανώμαλους δρόμους.

Το είπε και το έκανε ο παππούς πριν τελειώσει η σχολική χρονιά πήγανε στην αντιπροσωπεία στη Δράμα και αγόρασαν το πιο ακριβό ποδήλατο.

Μόλις τελείωσε τη χρονιά με άριστα ο Χρηστάκης, μετά δύο μέρες ήρθαν και η Αναστασία με τον άνδρα της τον Αντρέα και το σπίτι του παππού και της γιαγιάς πλημμύρισε από ευτυχία.

Η Αναστασία δεν χόρταινε να καμαρώνει τον Χρηστάκη, τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε και σαν μωρό ήθελε να τον νανουρίζει στην αγκαλιά της.

Και εκείνος εύρισκε κάτι πολύ διαφορετικό στην αγκαλιά της Αναστασίας, κάτι που δεν περιγράφεται με λόγια.

Και όπως έσταζαν τα ζεστά δάκρυα της Αναστασίας στο μάγουλό του, είπε στην Αναστασία ο Χρηστάκης.

Έτσι μου έρχεται να σε φωνάζω μαμά.

Και έγιναν ένα κουβάρι οι δυο τους, να κλαίνε σαν μικρά παιδιά και να φιλιούνται σαν μάνα με  παιδί.

Τότε θυμήθηκε η Αναστασία μία αμαρτία που είχε κάνει πριν πολλά χρόνια, όταν σπούδαζε στην Θεσσαλονίκη.

Σε ποιόν θα μπορούσε να εμπιστευθεί το παιδί της, καλλίτερα από τον κάθε έναν;

Φυσικά εκεί όπου έπρεπε.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here