– Και είναι σοβαροί λόγοι αυτοί για να μη μου μιλάνε; Για να με βάζουν στο περιθώριο;

– Αχ βρε Τσιριμπίμ, τι κουτούτσικος που είσαι! Ο κόσμος είναι σκληρός και κάποιοι χαίρονται όταν οι άλλοι είναι άσχημοι, άρρωστοι, όταν έχουν χίλια κακά επάνω τους. Λίγοι είναι αυτοί που μας αγαπάνε πραγματικά γι αυτό που είμαστε, έτσι όπως είμαστε. Βέβαια, δε γίνεται να μας συμπαθούν και να μας αγαπούν όλοι, αυτό θα ήταν πέρα από κάθε λογική, όπως συμβαίνει και μ’ εμάς άλλωστε για τους απέναντι. Όμως καλέ μου φίλε, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως αυτός είναι ο νόμος της φύσης και πως ο καθένας από εμάς έχει τα δικά του χαρίσματα και πως οι περισσότεροι είναι ξεχωριστοί με το δικό τους τρόπο.

– Δίκιο έχεις Ορφανούλη μου, αλλά πως μπορούμε να καταφέρουμε κάτι τέτοιο με τα ζωάκια εδώ στη φάρμα, όταν δεν μου δίνουν ούτε τόση μία δα σημασία;

– Αααα, αυτό άστο επάνω μου.

Πέρασαν λοιπόν τρεις μέρες κι ένα πρωϊνό ακούστηκαν χτύποι στην πόρτα του σπιτιού του Τσιριμπίμ. Μόλις το παπάκι άνοιξε την εξώπορτα, αντίκρισε στην αυλή του μαζεμένα όλα τα ζωάκια της φάρμας.

Το καθένα απ’ αυτά κρατούσε και από κάτι στα χέρια του. Άλλο μια χειροποίητη τούρτα με σαντιγύ και κεράσια, η γουρουνίτσα σπιτικά κουλουράκια πασπαλισμένα με ζάχαρη και κανέλα, κάποιο άλλο κέικ σοκολάτας, η αλεπού η Πονήρω είχε φτιάξει ένα πανέμορφο καλαθάκι και το γέμισε με ολόφρεσκα ζουμερά φρούτα.

Το παπάκι αποσβολωμένο στεκόταν, τους κοιτούσε κι αναρωτιόταν αν αυτό που έβλεπε ήταν αληθινό ή κάποιο όνειρο που σε λίγο θα τελείωνε.

– Καλημέρα Τσιριμπίμ, είπαν με μια φωνή τα ζωάκια. Το άλογο είχε οριστεί αρχηγός της φάρμας και αγέρωχο λοιπόν προχώρησε προς το παπάκι, κρατώντας με τα δόντια του πολύχρωμες κορδέλες κεντημένες με πολλά—πολλά αστεράκια και λουλούδια. Στάθηκε μπροστά του, έσκυψε προς το μέρος του και είπε με ευλάβεια:

«Φίλε μας, αυτές οι κορδέλες είναι ένα συμβολικό δώρο προς εσένα, για να στολίζεις τις φτερούγες σου και να μας νιώθεις κοντά σου. Μας μίλησε ο Ορφανούλης και καταλάβαμε πόσο άδικα σου φερθήκαμε όλο αυτό το διάστημα που αντί να χαιρόμασταν που σ’ είχαμε κοντά μας, εμείς σε ζηλεύαμε και σε περιφρονούσαμε. Σε παρακαλούμε να μας συγχωρέσεις και θα θέλαμε από ‘δω και στο εξής να είμαστε όλοι μια χαρούμενη και αγαπημένη παρέα».

Το παπάκι δεν είπε τίποτα, παρά μόνο δύο διαμαντένια δακρυάκια στάξανε από τα ματάκια του. Ήταν δάκρυα χαράς και όχι λύπης.

Γρήγορα—γρήγορα έτρεξε μέσα στο σπίτι του, έβαλε δυνατά τη μουσική και βγήκε πάλι έξω φωνάζοντας ευτυχισμένο: «Εμπρός φίλοι μου, το πάρτι μόλις άρχισε».

Κι από την πολλή χαρά του άνοιξε τις μικρούλες φτερούγες του, οι οποίες έκρυβαν μέσα τους ζεστασιά και αγάπη και μαζί μ’ αυτές ξετρύπωσαν χιλιάδες πονηρές φλογίτσες που ανέβηκαν στον ουρανό και πήγαν και φώλιασαν στις καρδιές όλων των ζώων γεμίζοντας τες θαλπωρή.

Αυτές οι φλογίτσες ας κρύβονται και στις δικές μας καρδιές, ας μας γεμίζουν ζεστασιά και αγάπη κι ας μας κάνουν να αισθανόμαστε πως χορεύουμε σα να βρισκόμαστε σε ΠΑΡΤΥ.

ΤΕΛΟΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here