Μια φορά και όχι πολύ καιρό, ήταν ένα παπάκι. Ένα κιτρινοκόκκινο μικρούτσικο παπάκι. Και μη φανταστείτε πως ήταν κανένα άσχημο παπί. Ισα—ίσα, ήταν τόσο όμορφο και τόσο με τόσο χαριτωμένο. Είχε μια τοσοδούλα μυτίτσα και δύο φτερούγες, που όταν τις ανοιγόκλεινε νόμιζες πως από μέσα τους βγαίνουν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και σου θάμπωναν τα μάτια. Είχε δύο μικροσκοπικά ποδαράκια, που όταν τα έβαζε μέσα στις επίσης μικροσκοπικές παντοφλίτσες του, σου ‘ρχόταν να τα φιλήσεις.

Κι εκείνη η ουρίτσα του, έτσι καθώς περπατούσε και την κουνούσε πέρα—δώθε, ήταν ένα όνειρο.

Αυτό το όμορφο παπί λοιπόν, το λέγαν Τσιριμπίμ.

Ο Τσιριμπίμ ζούσε σ’ ένα σπιτάκι που ήταν το ίδιο χαριτωμένο μ’ αυτόν. Το είχε χτίσει μέσα σε μία φάρμα στην οποία ζούσαν πολλά ακόμη ζωάκια, μικρά και μεγάλα, ήσυχα και άτακτα. Κι ενώ συγκατοικούσε με τόοοσα πολλά ζωάκια, ήταν… τι δυστυχία… μόνος!!!

Σηκωνόταν το πρωί και αφού έκανε το μπανάκι του πλατσουρίζοντας στο δροσερό και πεντακάθαρο νερό της λίμνης, έπαιρνε το πρωινό του και άρχιζε τις δουλειές του σπιτιού για να περάσει η ώρα.

Μετά ετοίμαζε το μεσημεριανό του και μόλις το κατέβαζε από τη φωτιά, έβγαινε για να κάνει μια βόλτα στη φάρμα.

– Καλημέρα αγελαδίτσα Ασπρούλα, ωραία μέρα σήμερα, έτσι;

– Μουυυυυυ!

Και η αγελαδίτσα Ασπρούλα, του γύριζε την πλάτη.

– Καλημέρα γουρουνάκι Ροζουλί, τι κάνουν τα στρουμπουλά σου Ροζουλινάκια;

«Καλά» απαντούσε ξερά η γουρουνίτσα και γύριζε αλλού τη ροζ μουσούδα της.

«Μα τις τους έχω κάνει όλους» μονολογούσε ο Τσιριμπίμ.

«Εγώ τους μιλάω με τόση ευγένεια, θέλω να κάνουμε όλοι μαζί παρέα, να παίζουμε παιχνίδια, να είμαστε όλοι μια ωραία ομάδα αφού ζούμε σε μια φάρμα κι αυτοί με αποφεύγουν. Δε μου μιλάνε και κάνουν όλοι σα να με αντιπαθούν».

Αυτά σκεφτόταν το παπάκι μας και πήγαινε σε μια γωνίτσα κι έκλαιγε, έκλαιγε, μέχρι που πολλές φορές το έπαιρνε ο ύπνος με τα δάκρυα να στάζουν σα διαμαντάκια από τα ματάκια του.

Μια μέρα που ο Τσιριμπίμ κολυμπούσε στη λιμνούλα της φάρμας, ήρθε κοντά του ένα πουλάκι.

– Γεια σου παπάκι.

– Γειά σου πουλάκι.

– Με λένε ορφανούλη.

– Αχ, τι παράξενο και ασυνήθιστο όνομα που έχεις πουλάκι. Εμένα με λένε Τσιριμπίμ.

– Καλέ παπάκι, αυτό το όνομα που έχεις, το οποίο είναι επίσης ασυνήθιστο, ταιριάζει γάντι μ’ εσένα έτσι όμορφο και μικρούτσικο που είσαι. Ξέρεις Τσιριμπίμ, ήθελα πολύ να σε γνωρίσω επειδή ακούω τα ζωάκια να μιλάνε για σένα. Σ’ έχω δει πολλές φορές να τριγυρνάς μόνο και στενοχωρημένο και σφίγγεται η ψυχή μου.

– Ορίστε λοιπόν, ήρθε η ώρα να με γνωρίσεις. Αλλά για πες μου, τι λένε τα ζωάκια για εμένα; Εγώ ποτέ μου δεν πείραξα κανένα, θέλω να είμαι φίλος με όλους, αλλά κανείς δε με θέλει και δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί.

– Ααααα, επειδή σε ζηλεύουν φίλε μου. Επειδή είσαι πολύ όμορφο, καλόκαρδο, ευγενικό. Επειδή είσαι πολύ, μα πάρα πολύ ξεχωριστός… (συνεχίζεται)

Θεοπίστη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here