Γαλιάντρα: Από το ελληνιστικό Κάλανδρος ή Καλάνδρα.

Γάμπα: Από τη δωρική καμπά, την καμπή στην Αττική (καμπώ=λυγίζω).

Γάντζος, από το αρχαίο γαμψός (=καμπύλος) στα βενετικά ιταλικά ganzo.

Γαρίφαλο= Από το ελληνιστικό καρυόφυλλου (κάρυον=καρύδι+φύλλον).

Γκάζι= από το αρχαίο χάος, στα λατινικά chaos, ο Ολλανδός Van Helmont έκανε το chaos σε gaz από τα τέλη του 18ου αιώνα και από το 1836 σημαίνει το «φωταέριο».

Γκάμα = από το γάμμα που τον 11ο αιώνα δήλωνε την πρώτη νότα μουσικής και μετά όλη την κλίμακα. Αργότερα χρησιμεύει για «διαδοχή χρωμάτων ή ήχων» και άλλων πραγμάτων.

Γόμα από την αρχαία κόμμι, το καουτσούκ ή αραβικό κόμμι. Έγινε λατινικά gummi και ιταλικά gomma.

Γόνδολα – Από το ελληνιστικό κόνδυ, με υποκοριστικό κονδύλιον, έγινε λατινικά condua.

Γρέγος = (Β.Δ. άνεμος) – από το λατινικό graecus (κατά τον Αριστοτέλη Γραικός, ήταν εκ των Ελληνικών φύλων της Ηπείρου). Επί τουρκοκρατίας Γραικοί ονομάζονταν γενικά οι Έλληνες. Το γρέγος σαν άνεμος έλεγαν οι Ιταλοί, τον άνεμο εξ Ελλάδος.

Διαμάντι: Αρχαίο αδάμας (επί του αδάμαστος) του ρήματος δαμάω = δαμάζω.

Δραγόνος = Από το ομηρικό δράκων

Δράμι = Συνδέεται από τη δραχμή (ότι χωρά στη χούφτα) που ήταν αττικό νόμισμα με 6 οβολούς. Έγινε στην αραβική και τουρκική dirhem και μεσαιωνικά ελληνικά δράμιον.

Ελιξίριο = Από το ελληνιστικό ξηρίον στα αραβικά al iksir (φιλοσοφική λίθος). Στα γαλλικά llixir.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here